Ο Trump Απείλησε το Μεξικό

Και προκάλεσε την αρχή του τέλους της Αμερικανικής Ηγεμονίας

Claudia Sheinbaum
Claudia Sheinbaum

Οι αυτοκρατορίες σπάνια παραδίδουν την εξουσία ειρηνικά.

Ξεχασμένα Πεδία Μάχης

Απομαγνητοφώνηση video από τη Μαρία Σεφέρου

Κάτι μόλις συγκλόνισε τον κόσμο και σχεδόν κανείς δεν μιλάει πραγματικά για αυτό. Κάτι που πρόκειται να αλλάξει για πάντα τις σχέσεις ισχύος σε αυτό το ημισφαίριο. Θα σας πω ακριβώς τι συμβαίνει. Μόλις πριν από 48 ώρες ο Donald Trump στάθηκε μπροστά στις κάμερες στο MaraLago και είπε κάτι που ποτέ δεν πίστευα ότι θα άκουγα στον 21ο αιώνα. Είπε, λέξη προς λέξη, ότι θα καταδιώξει το Μεξικό, μέχρι να υποταχθεί σε κάθε μία από τις απαιτήσεις του, θα το καταδιώξει σαν να ήταν θήραμα, σαν να ήταν ένα τραυματισμένο ζώο που περιμένει τη χαριστική βολή.

Αλλά αυτό που ο Trump δεν γνώριζε, αυτό που προφανώς οι σύμβουλοί του δεν του είπαν, είναι ότι από την άλλη πλευρά υπήρχε κάποιος που περίμενε ακριβώς αυτή τη στιγμή. Η Claudia Sheinbaum προετοίμαζε την απάντησή της εδώ και μήνες, και όταν ήρθε η ώρα αυτό που έκανε δεν ήταν απλώς να απαντήσει. Αποδόμησε ολοκληρωτικά την αυτοκρατορική αφήγηση των Ηνωμένων Πολιτειών μπροστά σε δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους που παρακολουθούσαν ζωντανά. Καλώς ήρθατε στο Wolff EconómicoFans Club και μείνετε μέχρι το τέλος γιατί αυτό που θα ανακαλύψετε θα αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο κατανοείτε την παγκόσμια ισχύ.

Ζούμε κάτι ιστορικό. Δεν μιλάω για πολιτικούς καυγάδες ή για πληγωμένους εγωισμούς. Μιλάω για την ορατή κατάρρευση μιας αυτοκρατορίας. Για το πώς μία λατινοαμερικανική χώρα είπε OXI στο ισχυρότερο κράτος του κόσμου και βγήκε πιο δυνατή. Και τώρα αυτή ακριβώς τη στιγμή, καθώς ακούτε αυτά τα λόγια, υπάρχουν μαζικές διαδηλώσεις σε κάθε πρωτεύουσα της Λατινικής Αμερικής. Εκατομμύρια άνθρωποι στους δρόμους, όχι εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών ως λαού, αλλά εναντίον της ηγεμονίας. Ενάντια στην ιδέα ότι μία χώρα μπορεί απλώς να καταδιώκει μία άλλη σαν να ήταν θήραμα.

Και το ερώτημα που όλοι θα έπρεπε να θέσουμε είναι πώς φτάσαμε ως εδώ. Γιατί αυτό δεν ξεκίνησε πριν από δύο ημέρες. Χτίζεται εδώ και χρόνια από βαθιές οικονομικές αλλαγές που αναδιαμόρφωσαν την παγκόσμια ισορροπία ισχύος και που κανείς στην Ουάσινγκτον δεν θέλησε να δει να έρχονται.

Αφήστε με να σας πάω στη στιγμή όπου όλα εξερράγησαν. Η δήλωση του Trump την Κυριακή δεν εμφανίστηκε από το πουθενά. Είναι το αποτέλεσμα τριών εβδομάδων συσσωρευμένης απογοήτευσης. Τριών εβδομάδων κατά τις οποίες έβλεπε ότι το Μεξικό, αντί να λυγήσει μπροστά στις απειλές, γινόταν όλο και πιο δυνατό, πιο ανεξάρτητο, πιο επικίνδυνο για τα αυτοκρατορικά συμφέροντα της Ουάσιγκτον.

Όλα ξεκίνησαν όταν το Μεξικό επέβαλε υποχρέωση βίζας για τους πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών. Ένα μέτρο που σε οποιαδήποτε άλλη εποχή θα ήταν αδιανόητο. Οι ΗΠΑ επιβάλλουν βίζες στον μισό πλανήτη, αλλά να σου επιβάλλουν βίζα εσένα; Αυτό δεν γίνεται. Αυτό δεν επιτρέπεται. Και όταν ο Trump απάντησε με απειλές για μαζικούς δασμούς, περίμενε το συνηθισμένο σενάριο ότι το Μεξικό θα φοβηθεί, ότι θα τηλεφωνήσουν ικετεύοντας για διαπραγμάτευση, ότι θα δεχτούν τα πάντα για να αποφύγουν την οικονομική τιμωρία. Αλλά δεν συνέβη τίποτα από αυτά. Απολύτως τίποτα.

Τις τελευταίες 15 ημέρες, σύμφωνα με έγγραφα που έχω εξασφαλίσει από πηγές μέσα στο Αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών, ο Trump λάμβανε καθημερινές αναφορές για το τι συνέβαινε στο Μεξικό. Και κάθε αναφορά έλεγε το ίδιο πράγμα με διαφορετικές λέξεις, αλλά με το ίδιο τρομακτικό μήνυμα για την Ουάσινγκτον.

Το Μεξικό απελευθερώνεται, ενισχύει δεσμούς με την Κίνα, υπογράφει εμπορικές συμφωνίες με χώρες των BRICS, δέχεται μαζικές επενδύσεις που δεν χρειάζονται αμερικανική έγκριση. Κάθε μέρα που περνούσε το Μεξικό γινόταν λιγότερο εξαρτημένο, πιο αυτόνομο, πιο ισχυρό. Και για μια αυτοκρατορία που έχει συνηθίσει να ελέγχει, αυτό είναι ο χειρότερος εφιάλτης που μπορεί να φανταστεί.

Στις 17 Δεκεμβρίου ημέρα Τετάρτη το Μεξικό ανακοίνωσε μία εμπορική συμφωνία με τη Βραζιλία για ετήσιες συναλλαγές ύψους 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε τοπικά νομίσματα. Χωρίς δολάριο, χωρίς να περάσουν από το χρηματοπιστωτικό σύστημα που ελέγχει η Ουάσινγκτον. Την επόμενη μέρα, η Κίνα επιβεβαίωσε επιπλέον επενδύσεις 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε μεξικανικές ενεργειακές υποδομές, ηλιακά πάρκα, αιολικά, γεωθερμικά εργοστάσια. Όλα όσα οι Ηνωμένες Πολιτείες υποσχέθηκαν για δεκαετίες και ποτέ δεν υλοποίησαν. Την Πέμπτη, η Ινδία εξέφρασε επίσημο ενδιαφέρον να εντάξει το Μεξικό ως στρατηγικό εταίρο στο πλαίσιο του …. Τρεις ημέρες, τρεις κινήσεις και το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο. Το παιχνίδι είχε αλλάξει. Οι απειλές δεν λειτουργούσαν πια. Ο φόβος είχε μετατραπεί σε ευκαιρία.

Ήταν τότε που ο Trump, πιστός στο γνώριμο ύφος του, αποφάσισε να ανεβάσει το στοίχημα. Γιατί ο Trump δεν είναι άνθρωπος που αποδέχεται την ήττα. Δεν είναι άνθρωπος που μπορεί να παραδεχτεί ότι οι τακτικές του δεν αποδίδουν. Έτσι αντί να προσαρμόσει τη στρατηγική του, αντί να αναζητήσει μια διαφορετική προσέγγιση, έκανε αυτό που κάνει πάντα, περισσότερο από το ίδιο, αλλά πιο δυνατό, πιο επιθετικό, πιο απειλητικό.

Η δήλωση του Trump για την καταδίωξη του Μεξικού περιλάμβανε συγκεκριμένες και καταστροφικές απειλές: Δασμούς 35%, εάν το Μεξικό δεν ακύρωνε όλες τις συμφωνίες του με την Κίνα. Απέλαση 2 εκατομμυρίων Μεξικανών μέσα σε 60 ημέρες. Και το πιο σοβαρό απ’ όλα, το ενδεχόμενο άμεσης στρατιωτικής επέμβασης κατά του οργανωμένου εγκλήματος στο Μεξικό, χωρίς την έγκριση της μεξικανικής κυβέρνησης. Ακούστε το ξανά. Στρατιωτική επέμβαση χωρίς άδεια. Αυτό δεν είναι συνεργασία μεταξύ συμμάχων. Αυτό είναι εισβολή. Αυτό είναι πόλεμος.

Αλλά εδώ βρίσκεται αυτό που ο Trump δεν κατάλαβε. Αυτό που κανείς δεν του εξήγησε. Το Μεξικό του 2026 δεν είναι το Μεξικό του 1994, όταν υπέγραψε την NAFTA από θέση αδυναμίας. Δεν είναι καν το Μεξικό του 2019, όταν εξαρτιόταν ακόμη κρίσιμα από την αμερικανική αγορά. Αυτό είναι ένα Μεξικό με πραγματικές εναλλακτικές, με διαφοροποιημένους εμπορικούς εταίρους, με οικονομία που είναι η 12η μεγαλύτερη στον κόσμο, με τεχνολογικές δυνατότητες αιχμής, με μία πολιτική τάξη που έχει μελετήσει κάθε αδυναμία του αμερικανικού συστήματος και γνωρίζει ακριβώς πώς να τις αξιοποιεί και με μια πρόεδρο που περίμενε ακριβώς αυτή τη στιγμή για να δείξει στον κόσμο ότι οι καιροί έχουν αλλάξει.

Η απάντηση της  Claudia Sheinbaum ήταν ένα πραγματικό μάθημα πολιτικής στρατηγικής. Κάτι που θα έπρεπε να διδάσκεται σε πανεπιστήμια για γενιές. Γιατί δεν περιορίστηκε στο να απαντήσει απειλή προς απειλή. Αυτό το κάνει μια αδύναμη χώρα. Αυτό το κάνει κάποιος που αμύνεται. Εκείνη έκανε κάτι εντελώς διαφορετικό. Αναδιαμόρφωσε πλήρως το πλαίσιο της συζήτησης. Άλλαξε τους κανόνες του παιχνιδιού, τη στιγμή που ο Trump προσπαθούσε ακόμη να καταλάβει τι είχε συμβεί. Μίλησε για 90 λεπτά χωρίς σημειώσεις, σε άψογα αγγλικά και ισπανικά, εναλλάσσοντας γλώσσες. Απευθυνόταν ταυτόχρονα στο μεξικανικό κοινό, στη Λατινική Αμερική και στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κάθε λέξη μετρημένη. Κάθε παύση υπολογισμένη. Κάθε κίνηση σχεδιασμένη για μέγιστο αντίκτυπο.

Πρώτα παρέθεσε ακριβώς τα λόγια του Trump για την καταδίωξη του Μεξικού και έθεσε ένα απλό αλλά συντριπτικό ερώτημα: «Τι σημαίνει ακριβώς όταν ο ηγέτης μιας δημοκρατίας δηλώνει ότι θα καταδιώξει μια άλλη κυρίαρχη χώρα;» Στη συνέχεια συνέκρινε αυτή τη γλώσσα με εκείνη που χρησιμοποιούσαν τα ευρωπαϊκά αυτοκρατορικά κράτη όταν αποικιοποιούσαν την Αφρική και την Ασία. Δεν κατηγόρησε άμεσα τον Trump ως ιμπεριαλιστή. Απλώς άφησε τα ίδια του τα λόγια να μιλήσουν. Άφησε τον κόσμο να βγάλει τα συμπεράσματά του, και αυτά τα συμπεράσματα ήταν αμείλικτα.

Στη συνέχεια παρουσίασε ένα λεπτομερές χρονολόγιο όλων των αμερικανικών απειλών μέσα στο 2025 και απέδειξε κάτι πραγματικά εντυπωσιακό. Κάθε φορά που ο Trump απειλούσε, το Μεξικό υπέγραφε νέες εμπορικές συμφωνίες. Κάθε τελεσίγραφο γεννούσε καλύτερες προτάσεις από την Κίνα και άλλες χώρες. Οι απειλές δεν αποδυνάμωναν το Μεξικό. Το ενίσχυαν. Το έσπρωχναν ακριβώς προς τις συμμαχίες που οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούσαν απεγνωσμένα να αποτρέψουν. Ο Trump, χωρίς να το καταλάβει, είχε μετατραπεί στον καλύτερο διαφημιστή της μεξικανικής υπόθεσης. Κάθε φορά που άνοιγε το στόμα του, ένα ακόμη κράτος καλούσε το Μεξικό προσφέροντας συνεργασία. Και μετά ήρθε το τρίτο σημείο, το πιο έξυπνο. Η Sheinbaum κάλεσε δημόσια κάθε αμερικανική εταιρεία, που δεχόταν πιέσεις από την κυβέρνησή της να εγκαταλείψει το Μεξικό, να παραμείνει, εάν το επιθυμούσε. Πρόσφερε νομική προστασία βάση του μεξικανικού δικαίου απέναντι σε αμερικανικές κυρώσεις. Πρόσφερε προνομιακή πρόσβαση στις αγορές της Λατινικής Αμερικής. Αγορές που οι Ηνωμένες Πολιτείες άρχιζαν να χάνουν. Μέσα σε 5 λεπτά μετέτρεψε τις απειλές του Trump σε ευκαιρία προσέλκυσης ακόμη περισσότερων αμερικανικών επενδύσεων.

Οι αμερικανικές εταιρείες βρέθηκαν μπροστά σε ένα δίλημμα που δεν είχαν αντιμετωπίσει ποτέ ξανά: να υπακούσουν στις πολιτικές εντολές της Ουάσιγκτον ή να ακολουθήσουν τα οικονομικά τους συμφέροντα; Και, όπως πάντα στον καπιταλισμό, επέλεξαν τα συμφέροντά τους. Η Tesla ανακοίνωσε ότι θα επεκτείνει τις δραστηριότητές της στο Μεξικό ανεξάρτητα από το τι θα πει η Washington. Η General Motors δήλωσε ότι οι μεξικανικές της μονάδες είναι στρατηγικά αναντικατάστατες. Η Walmart Mexico ανακοίνωσε τα υψηλότερα τριμηνιαία κέρδη στην ιστορία της. Οι εταιρείες αυτές ψήφιζαν με τις επενδύσεις τους και ψήφιζαν υπέρ του Μεξικού.

Οι τράπεζες της Wall Street αντιμετώπισαν ένα ακόμη πιο σοβαρό πρόβλημα. Η JP MorganChase έχασε συμβόλαια ύψους 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων, όταν το Μεξικό αποφάσισε να χρηματοδοτήσει έργα υποδομών μέσω κινεζικών τραπεζών αντί για αμερικανικές. Η Goldman Sachs είδε ομόλογα 3 δισεκατομμυρίων να ακυρώνονται, όταν μεξικανικές εταιρείες στράφηκαν σε άμεση χρηματοδότηση από το Λονδίνο και το Hong Kong. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα που οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούσαν επί δεκαετίες για να ελέγχουν τη Λατινική Αμερική άρχισε να καθίσταται άνευ σημασίας. Και αυτό δεν είναι απλώς οικονομική απώλεια. Είναι απώλεια ισχύος. Απώλεια επιρροής, απώλεια εργαλείων πίεσης.

Στην πλευρά του Μεξικού οι νικητές είναι ξεκάθαροι αλλά σύνθετοι. Οι εργαζόμενοι βλέπουν αυξήσεις μισθών καθώς οι εταιρείες ανταγωνίζονται για να  διατηρήσουν εξειδικευμένο προσωπικό μέσα στην αβεβαιότητα. Οι Μεξικανοί επιχειρηματίες αποκτούν πρόσβαση σε τεχνολογία και αγορές που για δεκαετίες τους ήταν κλειστές λόγω αμερικανικών πιέσεων. Το μεξικανικό κράτος ανακτά περιθώρια ελιγμών που δεν είχε εδώ και γενιές.

Υπάρχει όμως ένας νικητής που σχεδόν κανείς δεν αναφέρει και είναι ίσως ο πιο σημαντικός. Η μεξικανική επαγγελματική μεσαία τάξη. Για χρόνια έβλεπε τις Ηνωμένες Πολιτείες ως το αναπόφευκτο πρότυπο, ως τον τελικό προορισμό κάθε επιτυχημένου επαγγελματία. Τώρα βλέπει ότι το Μεξικό μπορεί να αντισταθεί επιτυχώς στο ισχυρότερο κράτος του κόσμου, και αυτό αλλάζει κάτι βαθύ στην συλλογική ψυχολογία της χώρας.

Αλλά υπάρχουν και χαμένοι και πρέπει να ειπωθεί αυτό καθαρά. Μικρές επιχειρήσεις που εξαρτώνται από εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε πανικό. Εργαζόμενοι σε κλάδους εκτεθειμένους στην αμερικανική αγορά φοβούνται για τις δουλειές τους. Τμήματα της μεξικανικής ελίτ, που είχαν χτίσει τα επιχειρηματικά τους μοντέλα πάνω στην υποταγή στην Ουάσινγκτον, βλέπουν τώρα αυτά τα μοντέλα να καταρρέουν.

Η μετάβαση στην οικονομική αυτονομία δεν είναι δωρεάν. Έχει πραγματικό κόστος για πραγματικούς ανθρώπους και η Sheinbaum το γνωρίζει. Οι γεωπολιτικές συνέπειες όσων συμβαίνουν αυτή τη στιγμή ξεπερνούν κατά πολύ τα σύνορα του Μεξικού και των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό που εκπέμπεται είναι ένα σήμα προς ολόκληρο το ημισφαίριο, αλλά και προς τον υπόλοιπο κόσμο.

Είναι δυνατόν να αμφισβητήσεις μία αυτοκρατορία και να βγεις ενισχυμένος; Η Βραζιλία παρακολουθεί, η Αργεντινή παρακολουθεί, η Κολομβία, η Χιλή, το Περού παρακολουθούν. Όλοι βλέπουν ότι το Μεξικό βρήκε μία φόρμουλα που λειτουργεί και το ερώτημα που τίθεται πλέον ψιθυριστά, αλλά όλο και πιο ανοιχτά, είναι απλό: Αν το Μεξικό μπορεί να το κάνει γιατί όχι και εμείς. Οι ιδιωτικές συζητήσεις που διεξάγονται αυτή τη στιγμή μεταξύ λατινοαμερικανών ηγετών είναι αποκαλυπτικές. Μιλούν για περιφερειακό συντονισμό, για οικονομικά μπλοκ που δεν περιλαμβάνουν τις Ηνωμένες Πολιτείες, για κοινά νομίσματα, για εναλλακτικά συστήματα πληρωμών, για συλλογική άμυνα συμφερόντων. Ιδέες που πριν από 5 χρόνια θα θεωρούνταν ουτοπικές ή επικίνδυνες, σήμερα συζητούνται σοβαρά στα Υπουργεία Εξωτερικών ολόκληρης της Ηπείρου.

Η Κίνα αξιοποιεί αυτή τη συγκυρία με τρόπους που η Ουάσινγκτον μόλις αρχίζει να αντιλαμβάνεται. Δεν το κάνει με τανκς ούτε με βομβαρδιστικά. Το κάνει με επενδύσεις, με τεχνολογία, με πρόσβαση σε αγορές. Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες απειλούν, η Κίνα χτίζει. Ενώ ο Trump μιλά για καταδίωξη, ο Xi Jinping υπογράφει συμβόλαια. Η πρωτοβουλία “μία ζώνη, ένας δρόμος” περιλαμβάνει πλέον μεγάλης κλίμακας έργα στη Λατινική Αμερική. Η Ασιατική Τράπεζα Επενδύσεων σε υποδομές χρηματοδοτεί δρόμους, λιμάνια, σιδηροδρόμους. Υποδομές που οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν υποσχεθεί επί δεκαετίες και ποτέ δεν κατασκεύασαν. Και το πιο σημαντικό, όλα αυτά προσφέρονται χωρίς πολιτικούς όρους, χωρίς απαιτήσεις αλλαγής καθεστώτων, χωρίς απειλές, απλώς επιχειρηματικές συμφωνίες. Για χώρες κουρασμένες από δεκαετίες αμερικανικού εκφοβισμού, αυτό είναι εξαιρετικά ελκυστικό.

Η Ρωσία επίσης βλέπει ευκαιρίες. Οι δυτικές κυρώσεις την ανάγκασαν να αναπτύξει μηχανισμούς λειτουργίας έξω από το χρηματοπιστωτικό σύστημα που ελέγχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τώρα μοιράζεται αυτή την εμπειρία. Εναλλακτικά συστήματα πληρωμών, εμπόριο εκτός δολαρίου, τεχνολογία που δεν απαιτεί αμερικανική έγκριση. Δεν σημαίνει ότι η Λατινική Αμερική γίνεται φιλορωσική ή φιλοκινεζική. Σημαίνει ότι μαθαίνει να μη βάζει όλα τα αυγά στο ίδιο αυτοκρατορικό καλάθι.

Η Ευρώπη βρίσκεται σε εξαιρετικά άβολη θέση. Δημόσια, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις στηρίζουν τις Ηνωμένες Πολιτείες λόγω ΝΑΤΟ και Συμμαχιών. Ιδιωτικά όμως οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις τρέχουν προς το Μεξικό για να καλύψουν το κενό που αφήνουν οι αμερικανικές εταιρείες υπό πολιτική πίεση. Η Γερμανία ανακοίνωσε επενδύσεις δισεκατομμυρίων στη μεξικανική αυτοκινητοβιομηχανία. Η Γαλλία διαπραγματεύεται αμυντικά συμβόλαια. Η Ισπανία και η Ιταλία μεταφέρουν παραγωγή. Και εδώ στην Ελλάδα οικονομικοί αναλυτές παρακολουθούν με προσοχή γιατί γνωρίζουν κάτι κρίσιμο.

Το μέλλον του παγκόσμιου εμπορίου δεν βρίσκεται στη διατήρηση ηγεμονιών του 20ου αιώνα, αλλά στις αναδυόμενες αγορές και στις πολυκεντρικές σχέσεις ισχύος. Οι διαδηλώσεις που ξεσπούν σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική δεν είναι τυχαίες. Είναι η έκφραση ενός βαθύτερου συλλογικού “όχι στην υποταγή”. Στο Buenos Aires, στο San Paolo, στην Bogota, στο Santiago, εκατομμύρια άνθρωποι βγαίνουν στους δρόμους με ένα ξεκάθαρο μήνυμα: “Είμαστε κυρίαρχα έθνη, όχι αποικίες”. Και αυτή η συμμαχία δεν είναι ιδεολογικά μονολιθική. Περιλαμβάνει επιχειρηματίες, εργαζόμενους, μεσαία τάξη. Υπερβαίνει τα παραδοσιακά πολιτικά σύνορα.

Ας δούμε λοιπόν τρία πιθανά σενάρια για τους επόμενους 12 μήνες:

Το πρώτο σενάριο είναι μία αμερικανική υποχώρηση μεταμφιεσμένη σε νίκη. Ο Trump μειώνει σταδιακά την ένταση των απειλών του υπό την πίεση της οικονομικής πραγματικότητας, αλλά διατηρεί την επιθετική ρητορική για εσωτερική κατανάλωση. Το Μεξικό παγιώνει τη θέση του ως περιφερειακή δύναμη και άλλα κράτη της Λατινικής Αμερικής αρχίζουν να μιμούνται αυτό το μοντέλο. Οι κερδισμένοι είναι οι εργαζόμενοι σε ολόκληρη την περιοχή, καθώς αυξάνονται οι επενδύσεις και ο ανταγωνισμός για εργασία. Αυτό είναι το πιο πιθανό σενάριο.

Το δεύτερο σενάριο είναι μια ελεγχόμενη κλιμάκωση, ένας ψυχρός πόλεμος στο δυτικό ημισφαίριο. Ο Trump προχωρά σε μαζικούς δασμούς και κυρώσεις. Το Μεξικό εμβαθύνει τη στρατηγική του συμμαχία με την Κίνα και τη Ρωσία. Η Λατινική Αμερική χωρίζεται σε μπλοκ. Σε αυτό το σενάριο οι χαμένοι είναι οι εργαζόμενοι παντού. Υψηλότερο κόστος ζωής, απώλεια θέσεων εργασίας, στρατιωτικοποίηση και φτώχεια.

Το τρίτο σενάριο είναι το πιο ριζοσπαστικό. Μία θεμελιώδης μεταμόρφωση. Οι εντάσεις δημιουργούν εσωτερική πίεση μέσα στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η αυτοκρατορία κοστίζει περισσότερο από ό,τι αποδίδει. Αναδύεται μία νέα μορφή ημισφαιρικής συνεργασίας βασισμένη στο αμοιβαίο όφελος. Σε αυτή την περίπτωση οι εργαζόμενοι σε όλο το ημισφαίριο ωφελούνται καθώς οι πόροι κατευθύνονται στην κοινωνική ανάπτυξη αντί για την επιβολή ισχύος.

Και εδώ φτάνουμε στην καρδιά του τι πραγματικά σημαίνει αυτή η σύγκρουση. Όταν ο Trump λέει ότι θα καταδιώξει το Μεξικό σαν κυνηγός που παραμονεύει το θήραμά του, εκφράζει τη νοοτροπία που χαρακτήριζε την αμερικανική πολιτική απέναντι στη Λατινική Αμερική για 200 χρόνια. Από το δόγμα Μονρόε του 1883, που όρισε το δυτικό ημισφαίριο ως αμερικανική σφαίρα επιρροής, μέχρι τις στρατιωτικές επεμβάσεις στον 20ο αιώνα στη Γουατεμάλα, τη Χιλή, τη Νικαράγουα, τον Παναμά. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έβλεπαν γείτονες. Έβλεπαν κτήματα, όχι εταίρους, αλλά υποτελείς. Αυτή η νοοτροπία είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στην αμερικανική πολιτική ψυχολογία, που ο Trump δεν αντιλαμβάνεται καν πόσο προσβλητική είναι η γλώσσα του.

Όταν όμως η Claudia Sheinbaum απαντά αποδομώντας συστηματικά αυτή τη ρητορική μπροστά στα μάτια ολόκληρου του κόσμου, δεν κάνει απλώς μία διπλωματική κίνηση. Ενσαρκώνει μία ιστορική μετατόπιση. Δεν είναι απλώς μία ισχυρή ηγέτιδα που υπερασπίζεται τη χώρα της. Είναι η πολιτική έκφραση βαθιών οικονομικών μετασχηματισμών που έχουν αλλάξει ανεπιστρεπτεί τις σχέσεις ισχύος. Το Μεξικό δεν είναι πλέον μία χώρα που αποδέχεται τον ρόλο της επειδή δεν έχει επιλογές. Είναι μια από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου με διαφοροποιημένες σχέσεις, τεχνολογικές δυνατότητες και πολιτική αυτοπεποίθηση.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιδρούν σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, όπως αντιδρούν όλες οι αυτοκρατορίες όταν αμφισβητείται η κυριαρχία τους, με περισσότερη επιθετικότητα. Αλλά αυτή η επιθετικότητα επιταχύνει ακριβώς τις διαδικασίες που προσπαθεί να σταματήσει. Είναι η κλασική αντίφαση του ιμπεριαλισμού. Για τους εργαζόμενους σε όλες τις χώρες αυτή η μετάβαση είναι ταυτόχρονα ευκαιρία και κίνδυνος. Ευκαιρία, γιατί η αποδυνάμωση μιας μοναδικής ηγεμονίας ανοίγει χώρο για πιο δίκαιες και δημοκρατικές οικονομικές επιλογές. Κίνδυνος, γιατί οι μεταβάσεις ισχύος είναι πάντα στιγμές αστάθειας και σύγκρουσης. Οι αυτοκρατορίες σπάνια παραδίδουν την εξουσία ειρηνικά.

Το κλειδί είναι να κατανοήσουμε ότι τα συμφέροντα των εργαζομένων σε όλες τις χώρες είναι βαθιά κοινά. Ένας εργάτης σε εργοστάσιο στο Detroit έχει περισσότερα κοινά με έναν εργάτη στην Tijuana παρά με έναν τραπεζίτη της Wall Street. Οι εθνικές διαιρέσεις τούς φέρνουν τεχνητά αντιμέτωπους, ενώ τα πραγματικά τους συμφέροντα συγκλείνουν. Οι διαδηλώσεις στη Λατινική Αμερική δεν είναι αντιαμερικανικές, είναι αντιηγεμονικές. Είναι υπέρ του δικαιώματος κάθε λαού να χαράζει τον δικό του δρόμο. Ο Trump λέει ότι θα καταδιώξει το Μεξικό. Αλλά το Μεξικό έχει ήδη αποφασίσει να περπατήσει μόνο του, και αυτή τη φορά δεν το κάνει με όπλα, αλλά με στρατηγική. Όχι με φόβο, αλλά με αυτοπεποίθηση. Και αυτό είναι που αλλάζει τα πάντα.

Tags: BRICS., Claudia Sheinbaum, Trump, ΗΠΑ, Λατινική Αμερική, Μεξικό