Έσυρε αργά-αργά τα βήματά της προς εμένα, κοίταξε δεξιά, κοίταξε αριστερά, κι ενώ εγώ περίμενα ότι θα με προσπεράσει, ήρθε και κάθισε ακριβώς απέναντί μου, σαν να ήθελε κάτι να μου πει. Με κοίταζε με θλιμμένα μάτια, εντελώς ανέκφραστη. Έμοιαζε κενή από συναισθήματα… Το μόνο που αποζητούσε ήταν λίγη ανθρώπινη, βουβή, συντροφιά, από κάποια απόσταση όμως. Βολεύτηκε κάπου στο ενάμισι μέτρο μακριά μου, λες και είχε ακούσει τα μέτρα για τον κορονοϊό.
Άρχισα να της μιλάω, αν και δεν ήξερα το όνομά της. Ίσως και να ήταν “αβάφτιστη”. Τη βάφτισα Μελίτα, από το υπέροχο μελί χρώμα του δέρματός της.
Την είχα ξαναδεί σε άλλες καλές εποχές, όταν ο πεζόδρομος του Καβουριού έσφυζε από ζωή. Μπορεί να ήταν πάνω από 15 ετών, το μόνο αδέσποτο που περιφερόταν στο Καβούρι εδώ και κάποια χρόνια. Σίγουρα της είχαν λείψει οι χαρούμενες φωνές των παιδιών που τα έβγαζαν βόλτα οι γονείς ή οι νταντάδες τους στον πεζόδρομο, και αυτή η ερημιά ίσως την είχε επηρεάσει ψυχολογικά.
Ήταν άραγε αυτός ο λόγος που η Μελίτα έδειχνε τόσο μελαγχολική; Ή μήπως ένιωθε ότι κάτι κακό συνέβαινε στον πλανήτη γη; Μήπως η Μελίτα διαισθανόταν περισσότερα απ’ όσα εμείς οι άνθρωποι; Ίσως. Τα ζώα έχουν ανεπτυγμένη την έκτη αίσθηση πιο πολύ από τους ανθρώπους.
Την παρατηρούσα προσεκτικά και άρχισα να την φωτογραφίζω σε διάφορες πόζες, θαρρείς και προσπαθούσα να διαβάσω τη σκέψη της και να νιώσω τα συναισθήματά της. Μελαγχόλησα κι εγώ, όμως, όταν κατάλαβα πως η Μελίτα δεν είχε όρεξη για παιχνίδια. Μήπως έπασχε από βαθιά κατάθλιψη; Προσπάθησα με διάφορα κόλπα να την κάνω να σταθεί όρθια για να φωτογραφίσω το επιβλητικό παράστημά της, ελπίζοντας ότι σε κάποια στιγμή θα μου κουνούσε φιλικά την ουρά της, αλλά δεν τα κατάφερα.
Έμεινα μαζί με τη Μελίτα κάπου μισή ώρα, ατενίζοντας πότε το μελαγχολικό βλέμμα της και πότε τον συννεφιασμένο ουρανό, βυθιζόμενη σε σκέψεις και προσπαθώντας να καταλάβω γιατί συμβαίνει όλο αυτό το κακό παγκοσμίως… Οι απαντήσεις της “επιστήμης” για την “πανδημία” του κορονοϊού δεν με ικανοποιούσαν.
Σήκωσα τα χέρια μου στον ουρανό, σε μια βουβή προσευχή, ευχόμενη αυτός ο εφιάλτης να περάσει γρήγορα με τις λιγότερες δυνατές απώλειες παγκοσμίως, και η επόμενη μέρα να βρει τα έθνη αδελφωμένα, όπως δεν ήταν ποτέ από καταβολής κόσμου.
Ήταν τώρα ώρα να φύγω και ν’ αφήσω τη Μελίτα στη μοναξιά της – μοναξιά που τώρα ένιωθαν στο πετσί τους και εκατομμύρια άνθρωποι φυλακισμένοι στα σπίτια τους… Τουλάχιστον η Μελίτα ζούσε στον καθαρό αέρα, και όλο και κάποιος περαστικός θα της άφηνε κάτι να φάει σκέφτηκα και παρηγορήθηκα.
Καθώς απομακρυνόμουν ήθελα να την αποχαιρετίσω με ένα νεύμα, αλλά εκείνη δεν κοίταξε ποτέ προς το μέρος μου, αγνοώντας με παντελώς. Ίσως μου είχε θυμώσει που την άφηνα και πάλι μόνη… σκέφτηκα.











