Ο λόγος για την Ξανθίππη, μια γειτόνισσα καθηγήτρια φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο, η οποία ήταν πασίγνωστη στη γειτονιά για την υπερβολική αγάπη που έτρεφε για τους σκύλους τα τελευταία 40 χρόνια.
Στο σπίτι της είχε επί μονίμου βάσεως 5-6 σκυλιά διαφόρων μεγεθών, χρωμάτων και ράτσας. Στην κυριολεξία τα λάτρευε.
Όταν τα έβγαζε περίπατο, κρατούσε τα λουριά 3-4 σκύλων συγχρόνως, τα οποία την τραβολογούσαν δεξιά και αριστερά ασυντόνιστα. Φαινόταν ότι το απολάμβανε, όμως.
Η Ξανθίππη δεν είχε πολλές κουβέντες με ανθρώπους, ιδιαίτερα μ’ εκείνους που έβλεπε χωρίς σκυλιά, όπως του λόγου μου. Υπήρξαν πολλές φορές που την χαιρέτησα και δεν ανταποκρίθηκε, αν και με γνώριζε με το όνομά μου.
Χθες όμως που την συνάντησα να έχει βγάλει βόλτα ένα σκυλάκι με κοίταξε στα μάτια, και κατάλαβα ότι περίμενε να της μιλήσω. Εκείνη δεν θα έκανε φυσικά την πρώτη κίνηση. Το γνώριζα αυτό και ανταποκρίθηκα στο βλέμμα της.
–“Καλημέρα, πώς είστε;”, της είπα χαμογελαστή, αλλά απάντηση δεν έλαβα.
Μια και είχε κοντοσταθεί, της έκανα και την επόμενη ερώτηση.
-“Πώς τα βλέπετε τα πράγματα;”
—“Ποια πράγματα;” μου απάντησε ψυχρά.
— “Εννοώ την κατάσταση στην Ελλάδα. Πού πάμε;”
–“Ευτυχώς βγαίνουμε από το σκοτεινό τούνελ”, μου απάντησε με σοβαρότητα.
Γνωρίζοντας από τις κουτσομπόλες της γειτονιάς ότι η Ξανθίππη ήταν φανατική Συριζαία, και μην έχοντας καμία διάθεση για κόντρες, απάντησα χαμογελαστά, “Μακάρι!”.
Προς μεγάλη μου έκπληξη, όμως, η Ξανθίππη δεν έλεγε να φύγει. Στεκόταν ακίνητη, περιμένοντας την επόμενη ερώτησή μου, ενώ το σκυλάκι που είχε βγάλει βόλτα την τράβαγε βιαίως προς κάθε κατεύθυνση.
–” Μόνο ένα σκυλάκι βγάλατε βόλτα σήμερα;” τη ρώτησα.
–“Ναι, αλλά δεν είναι δικό μου, είναι της φίλης μου της Αργυρώς. Τα δικά μου πέθαναν”, μου απάντησε, ενώ ένα δάκρυ κυλούσε στα μάγουλά της.
–“Λυπάμαι πολύ, αλλά πώς και δεν τα αντικαταστήσατε, κυρία Ξανθίππη;”
–– “Επειδή είμαι υπεύθυνο άτομο”.
–” Δεν το κατάλαβα αυτό, μπορείτε να μου το εξηγήσετε;”
— “Είμαι μεγάλη πια”.
— “Μεγάλη εσείς; Φαίνεστε τόσο νέα”, της απάντησα ανυπόκριτα.
— “Είμαι 59 ετών, πόσα χρόνια θα ζήσω ακόμη;”
–” Καλέ τι είναι αυτά που λέτε;”
— “Ξέρω πολύ καλά τι λέω. Τα δικά μου σκυλιά ζούσαν 20 με 21 χρόνια, και δεν θέλω όταν πεθάνω να τα αφήσω ορφανά. Αυτό θα ήταν μεγάλη σκληρότητα και ανευθυνότητα”, μου απάντησε.
— “Πραγματικά ζούσαν 20 με 21 χρόνια τα σκυλάκια σας;”
— “Βεβαίως! Διότι τα περιποιόμουν πολύ”, απάντησε η Ξανθίππη ενώ απομακρυνόταν, ενδίδοντας στην επιθυμία του σκύλου της Αργυρώς.
Το περιστατικό με έβαλε σε σκέψεις. Τα εννοούσε άραγε η Ξανθίππη αυτά που είπε, ή μήπως αδυνατούσε πια να φροντίζει σκύλους και είχε βρει μια καλή δικαιολογία για να παρηγορεί το εαυτό της στη μοναξιά που της άφησαν τα σκυλάκια της;
Βλέπετε η Ξανθίππη δεν είχε ούτε παιδιά ούτε σύζυγο, κι απ’ ό,τι διαφαινόταν δεν είχε ούτε φίλους… Το να στερηθεί τη συντροφιά των τετράποδων φίλων της λόγω… υπευθυνότητας, μου ήταν δύσκολο να κατανοήσω.
Ίσως όμως αυτή να είναι η αλήθεια. Ίσως η αγάπη της Ξανθίππης για τους σκύλους να έφτανε μέχρις αυτοθυσίας.
