Πότε είναι αήττητη η καλοσύνη; «Όταν είναι γνήσια και όχι βεβιασμένη ή συνέπεια υποκρισίας.»
Αυτά γράφει ο αυτοκράτωρ-φιλόσοφος Μάρκος Αυρήλιος εις «Τα εις Εαυτόν».
Και συνεχίζει: «Τι μπορεί να σου κάνει και ο πλέον κακοήθης άνθρωπος εάν παραμείνεις απέναντί του καλός και, δοθείσης της ευκαιρίας, τον συμβουλεύεις με γλυκύ ύφος και τον διδάσκεις το καλό, την ώρα ακριβώς που επιχειρεί να σου κάμει το κακό; “Μη παιδί μου”, θα του πεις, “είμαστε προορισμένοι για άλλο πράγμα. Εγώ μεν καθόλου δεν θα ζημιωθώ από την πράξη σου, εσύ όμως βλάπτεσαι παιδί μου.”
Και να του υποδείξεις με γλυκό τρόπο και εξ ολοκλήρου, ότι έτσι έχει το πράγμα και ότι δεν το κάνουν αυτό ούτε οι μέλισσες ούτε όσα άλλα ζώα έχουν την τάση προς συναγελασμό.
Πρέπει δε να τα κάνεις όλα αυτά ούτε ειρωνικά ούτε προσβλητικά, αλλά με αγάπη και χωρίς πικρία, και όχι σαν να ήσουν δάσκαλος ή για να σε θαυμάσει ο άλλος ο οποίος θα παρίστατο ως μάρτυρας• αλλά ν’ απευθύνεσαι αποκλειστικά και μόνον εις αυτόν, ακόμη κι αν παρευρίσκονται και άλλοι.
Επίσης να προσέχεις ώστε να μην οργίζεσαι γι’ αυτούς αλλά ούτε να τους κολακεύεις. Διότι και τα δύο αντιβαίνουν προς το πνεύμα κοινωνικής αλληλεγγύης και οδηγούν μόνο σε ζημία σου.
Και να έχεις πάντοτε υπ’ όψιν σου, όταν είσαι οργισμένος, ότι το να οργίζεσαι δεν είναι κάτι το ανδρικόν. Αλλά αντιθέτως, το να είσαι ήρεμος και ήμερος, επειδή αυτό είναι περισσότερο ανθρώπινο, είναι και περισσότερο ανδρικό• και ότι δύναμη και ανδρεία ανήκουν στους ανθρώπους αυτού του είδους και όχι εις εκείνους που αγανακτούν και πειράζονται.
Διότι όσο περισσότερο μια τέτοια ψυχοσύνθεση είναι συγγενής προς την ψυχική απάθεια, τόσο περισσότερο είναι συγγενής προς τη δύναμη. Και όπως η λύπη είναι σημείο αδύνατου χαρακτήρα, έτσι και η οργή. Διότι και οι δύο είναι καταστάσεις ψυχών που πληγώθηκαν και παρασύρθηκαν.
Πάντως, το να απαιτείς να μην αμαρτάνουν οι κακοί είναι πράγμα εξωφρενικό, διότι επιθυμείς κάτι αδύνατο.
Και το να παραδέχεσαι μέσα σου αυτοί οι κακοί να συμπεριφέρονται έτσι σε άλλους ανθρώπους, να απαιτείς όμως να μην αμαρτάνουν απέναντί σου, είναι πράγμα παράλογο και εγωιστικό.
Σκέψου όμως ότι κι εσύ ο ίδιος σφάλλεις και είσαι άνθρωπος του ιδίου φυράματος.
Σκέψου ότι ούτε γνωρίζεις ακριβώς αν πράγματι αυτοί οι άνθρωποι σφάλλουν, διότι πολλά γίνονται μόνο εκ των περιστάσεων.
Έχε υπ’ όψιν σου, όταν αγανακτείς πολύ, ότι η ζωή διαρκεί ελάχιστα, και ότι μετά από λίγο θα είμαστε όλοι ξαπλωμένοι νεκροί.
Συλλογίσου ότι δεν είναι οι πράξεις αυτών των ανθρώπων οι οποίες μας ενοχλούν (διότι αυτές βλάπτουν τη δική τους ψυχή), αλλά οι δικές μας σχετικές γνώμες γι’ αυτές.
Να αποβάλεις, λοιπόν, αυτές τις γνώμες και να θελήσεις επίσης να αποβάλεις τις σχετικές κρίσεις σου περί του κακού, και η οργή σου παρήλθε.
Ερωτάς, πώς να αποβάλεις τις γνώμες σου; Εάν σκεφτείς ότι η πράξη του άλλου δεν αποτελεί αίσχος για σένα.
Σκέψου πόσο χειρότερες των πράξεων για τις οποίες οργιζόμαστε και λυπούμαστε είναι οι συνέπειες της οργής και της λύπης.
Διότι ό,τι σου παρουσιάζεται αποτελεί για σένα ύλη προς εφαρμογή της αρετής και της λογικής, και γενικώς ύλη για το σύνολο τέχνης ανθρώπου ή θεού.
Αυτό έχει ο τέλειος χαρακτήρας: το να διέρχεται κάθε μέρα σα να ήταν η τελευταία του, και να μην παρεκτρέπεται, να μην παραμένει αποχαυνωμένος και να μην υποκρίνεται.»
Συνέχεια εδώ.
