Θυμάστε το δακρύβρεχτο άρθρο που είχα αναρτήσει εδώ για τον ύπουλο ρόλο του κατ’ ευφημισμόν Συνήγορου του Καταναλωτή; Αν δεν το είχατε διαβάσει ή αν δεν το θυμάστε, ξαναδιαβάστε το για να καταλάβετε τη συνέχεια αυτής της ανάρτησης.
Χθες, παίδες Ελλήνων ταλαίπωρων, βίωσα μια ακόμη απογοήτευση στα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων, για το ΤΙΠΟΤΑ. Η κακή μέρα είχε αρχίσει από το πρωί. Η απεργία του Μετρό έκανε τη διαδρομή από το σπίτι μου μέχρι την Ακαδημία να διαρκέσει δύο βασανιστικές ώρες – αντί για 35-40 λεπτά που διαρκεί υπό φυσιολογικές συνθήκες. Η ώρα ήταν ήδη 8:45 όταν το λεωφορείο που επέβαινα έφτασε στο τέρμα, και δεν υπήρχε περίπτωση να βρίσκομαι στις 9:00 στην αίθουσα 4 του Ζ’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, αν περίμενα να πάρω το τρόλεϊ 15.
Η καρδιά μου χτυπούσε γρήγορα από την αγωνία μήπως φάω κανένα πρόστιμο, κι έτσι πήρα το πρώτο διαθέσιμο ταξί που πέρασε από μπροστά μου. Εξήγησα στον ταξιτζή την πονεμένη ιστορία μου, κι εκείνος έδειξε κατανόηση και προσπάθησε να φτάσει στην Ευελπίδων το συντομότερο δυνατόν, ακολουθώντας μια διαδρομή μέσα από στενά, για να αποφύγει τα μποτιλιαρίσματα.
Με την ψυχή στο στόμα έφτασα στον προορισμό μου στις 9:15, και ανακουφίστηκα όταν έμαθα ότι η περίπτωσή μας είχε αριθμό 7. Γύρω στις 12 το μεσημέρι έφτασε η σειρά μας και η πρόεδρος κυρία Χ. Β. ανέγνωσε τα ονόματα των κατηγορουμένων και των μαρτύρων, αλλά, ω της ατυχίας μας, έλειπε ένας από τους κατηγορούμενους, ο κύριος Λ. Λ.
Η Πρόεδρος φώναξε μερικές ακόμη φορές το όνομά του, αλλά ούτε φωνή ούτε ακρόαση.
Στο σημείο αυτό παρενέβη η συνήγορος των άλλων δύο συγκατηγορουμένων λέγοντας ότι ο βασικός κατηγορούμενος για απάτη κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση, κ. Λ. Λ., δεν είχε εμφανιστεί ούτε τις προηγούμενες τρεις φορές που η υπόθεση αυτή είχε φτάσει στο ακροατήριο και είχε αναβληθεί για διαφορετικούς όμως λόγους. Ούτε είχε στείλει ποτέ συνήγορο για να τον εκπροσωπήσει.
Όμως η πρόεδρος Χ. Β. δεν έδωσε καμία σημασία στο σχόλιο αυτό, και ανακοίνωσε ότι η δίκη αναβάλλεται διότι ο κατηγορούμενος Λ. Λ. δεν είχε λάβει κλήση! Τώρα πώς αντιλήφθηκε τελευταία στιγμή ότι ο Λ. Λ. δεν είχε λάβει κλήση, γέννησε ερωτηματικά μέσα μου και αυθόρμητα ρώτησα: “Και ποιος ευθύνεται, κυρία πρόεδρε, που δεν έλαβε κλήση ο κατηγορούμενος; Εμείς τι φταίμε να ταλαιπωρούμαστε;”.
Το ερώτημά μου, όμως, δεν άρεσε καθόλου στην κυρία πρόεδρο, η οποία σε πολύ αυστηρό τόνο είπε ότι δεν μου είχε δώσει το λόγο και ζήτησε από τον αστυνομικό να με απομακρύνει.
Έκανα δυο τρία βήματα πίσω, αλλά περίμενα να τελειώσει μια κυρία που διαμαρτυρήθηκε για το πρόστιμο των 110 ευρώ που είχε λάβει για την απουσία της από την προηγούμενη δίκη, παρόλο που είχε ενημερώσει ότι βρισκόταν στο νοσοκομείο.
Όταν τελείωσε, πλησίασα πάλι την έδρα και είπα: “Κυρία πρόεδρε, δεν ζήτησα και δεν ζητάω την ποινική δίωξη κανενός, δεν θέλω να καταδικαστεί κανένας! Μπορείτε σας παρακαλώ να με απαλλάξετε από την ταλαιπωρία να πηγαίνω και να έρχομαι κάθε τόσο για μάρτυρας; Εγώ δεν έκανα καμία μήνυση σε κανέναν, ούτε έχω μηνύσει ποτέ κανένα στη ζωή μου. Γιατί λοιπόν να ταλαιπωρούμαι σε αυτή την ηλικία;”
“Κάνατε κάποιες ενέργειες και θα υποστείτε τις συνέπειες”, τσίριξε η πρόεδρος κ. Χ. Ζ. φανερά εκνευρισμένη, σε ύφος που υποδήλωνε ότι έπρεπε να τιμωρηθώ για κάτι κακό που είχα κάνει.
“Αφήστε με να σας εξηγήσω” τσίριξα κι εγώ, αλλά η κ. Πρόεδρος δεν δέχτηκε να με ακούσει.
Ήθελα να της εξηγήσω ότι το 2013 είχα απευθυνθεί στο Συνήγορο του Καταναλωτή ευελπιστώντας σε εξωδικαστικό συμβιβασμό και επιστροφή έστω μέρους των χρημάτων που μου υπεξαιρέθηκαν από τους κατηγορούμενους. Ήταν η πρώτη φορά που το έκανα αυτό, και ούτε μπορούσα να διανοηθώ την τροπή που θα έπαιρναν τα πράγματα. Δυστυχώς ο Συνήγορος του Καταναλωτή δεν μου ζήτησε την άδεια και δεν με ενημέρωσε προτού στείλει την υπόθεση στον εισαγγελέα, ο οποίος στη συνέχεια ενήργησε αυτεπάγγελτα.
Έτσι εγκλωβίστηκα σε ατέλειωτα πήγαινε-έλα στα δικαστήρια. Κι αυτό όχι για να διεκδικήσω κάποια χρηματική αποζημίωση, αλλά για να τιμωρηθούν οι κατηγορούμενοι! Είχα ήδη κληθεί να καταθέσω στο Πρωτοδικείο δύο φορές και είχα εξιστορήσει επακριβώς και με στοιχεία τι είχε συμβεί. Το ίδιο άλλωστε είχαν κάνει και οι άλλες μάρτυρες, κάθε μία για λογαριασμό της και χωρίς να γνωρίζουμε η μία την άλλη.
Στη συνέχεια άρχισα να ψάχνω για τον προϊστάμενο της Εισαγγελίας για να εκθέσω το αίτημά μου. Κάτω από καταρρακτώδη βροχή έφτασα στο κτίριο 16 και ζήτησα να δω την προϊσταμένη, η οποία, προς μεγάλη μου έκπληξη, ήταν μία ευγενέστατη και καλοσυνάτη κυρία. Με άκουσε με συμπάθεια, αλλά μου είπε ότι ως μάρτυρας δεν υπήρχε άλλος τρόπος να αποφύγω τα πήγαινε-έλα σε επαναλαμβανόμενες και αναβαλλόμενες δίκες παρά να στέλνω χαρτί γιατρού ότι είμαι άρρωστη. Της απάντησα ότι αυτό δεν μου επιτρέπει η συνείδησή μου να το κάνω, και την ευχαρίστησα για την προθυμία της να με δεχτεί και να με ακούσει.
Έφυγα από τα δικαστήρια της Ευελπίδων απογοητευμένη και αγανακτισμένη εναντίον του φασισμού της “Δικαιοσύνης” και του ρόλου του ρουφιάνου που παίζει ο Συνήγορος του Καταναλωτή.
Περιμένοντας υπομονετικά στη στάση του λεωφορείου, υπό καταρρακτώδη βροχή, μου ήρθαν από το πουθενά οι κάτωθι σατιρικοί και πικρόχολοι στίχοι, τους οποίους παραθέτω ζητώντας προκαταβολικά συγνώμη που παρεκτρέπομαι ποιητική αδεία:
Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, σκέπτομαι τι θα γίνει αν και την επόμενη φορά που ορίστηκε δικάσιμος, τον Φεβρουάριο του 2018, απουσιάζει ο ίδιος κατηγορούμενος. Θα μας πουν πάλι ότι δεν είχε κληθεί; Και πόσες φορές άραγε μπορεί να αναβάλλεται μια δίκη; Μέχρι να παρέλθει ο απαιτούμενος χρόνος για να παραγραφεί;
Μήπως, όμως, δεν έχει βρεθεί η διεύθυνση στην οποία διαμένει ο Λ. Λ. ώστε να του επιδοθεί η κλήτευση; Μήπως έχει διαφύγει στο εξωτερικό; Μου φάνηκε επίσης πολύ περίεργο που δεν στέλνει ούτε δικηγόρο να τον υπερασπιστεί, ή που δεν αναθέτει την υπεράσπισή του στην ίδια δικηγόρο των άλλων δύο συγκατηγορουμένων και πρώην συνεταίρων του. Είναι καλά άραγε;
Λυπάμαι ειλικρινά γι’ αυτόν τον άνθρωπο και δεν θα ήθελα την ποινική του δίωξη και για έναν ακόμη λόγο: ήμασταν συμφοιτητές στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο, και είχαμε συναντηθεί φιλικά μερικές φορές από τότε που αποφοιτήσαμε. Προσπάθησα κι εγώ να επικοινωνήσω μαζί του και να του εκφράσω το παράπονό μου απέναντί του, αλλά στάθηκε αδύνατο να βρω διεύθυνση ή τηλέφωνό του.
Τελειώνοντας θέλω να τονίσω ότι λυπάμαι και ντρέπομαι για τον απαράδεκτο τρόπο που μου φέρθηκε η νεαρή πρόεδρος του Μονομελούς. Πρόκειται για σκαστή περίπτωση δικαστικού φασισμού.
