Εκκλησία: το μακρύ χέρι του Σουλτάνου κατά τη διάρκεια της Οθωμανοκρατίας
Η οικονομική αφαίμαξη των ραγιάδων από την Εκκλησία κατά την Τουρκοκρατία
«Ἑκατὸν χιλιάδες, καὶ ἴσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι ζῶσιν ἀργοὶ καὶ τρέφονται ἀπὸ τοὺς ἵδρωτας τῶν ταλαιπώρων καὶ πτωχῶν Ἑλλήνων.
Τόσαι ἑκατοντάδες μοναστήρια, ὁποὺ πανταχόθεν εὑρίσκονται, εἶναι τόσαι πληγαὶ εἰς τὴν πατρίδα, ἐπειδή, χωρὶς νὰ τὴν ὠφελήσουν εἰς τὸ παραμικρόν, τρώγωσι τοὺς καρπούς της καὶ φυλάττουσι τοὺς λύκους, διὰ νὰ ἁρπάζουν καὶ ξεσχίζουν τὰ ἀθῶα καὶ ἱλαρὰ πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ. Ἰδού, ὦ Ἕλληνες, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ σημερινὴ ἀθλία καὶ φοβερὰ κατάστασις τοῦ ἑλληνικοῦ ἱερατείου, καὶ ἡ πρώτη αἰτία ὁποὺ ἀργοπορεῖ τὴν ἐλευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος».«Ελληνική Νομαρχία»
Ο ρόλος της στην κατάκτηση της Πόλης ήταν καθοριστικός κι αυτό το αναγνώρισε εμπράκτως ο Μωάμεθ ο Πορθητής, χρίζοντας πατριάρχη τον Γεννάδιο, ο οποίος μέχρι τότε φρόντιζε να καλλιεργεί την διχόνοια και κλίμα ηττοπάθειας στο βυζαντινό στρατόπεδο, λόγω της αντίθεσής του στην ένωση των Εκκλησιών (κάτι που θα σήμαινε απώλεια πολλών προνομίων που διατηρούσε μέχρι τότε η ορθόδοξη Εκκλησία). Είναι γνωστό άλλωστε το περίφημο «φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων, ή καλύπτραν λατινικήν» του Νοταρά. Γνωστά πράγματα, παρ’ όλο που η Εκκλησία προσπαθεί να καλύψει τις αμαρτίες της με το παραμυθάκι της Κερκόπορτας.
Ο επίσκοπος Ευβοίας, Άνθιμος, σε επιστολή του, που είχε παραλήπτη τον βασιλιά Όθωνα, το 1835, ομολογεί σε μια κρίση ειλικρίνειας:
«Οι σουλτάνοι εγνώρισαν από την πείραν ότι, δια να τυραννούν ευκόλως τον ελληνικόν λαόν, είχον ανάγκην από την συνδρομήν της θρησκείας του. Σέβας εις τους πατριάρχας μας, υπεράσπισιν εις την Εκκλησία και προνόμια εις τους αρχιερείς της επρόσφερον αδιακόπως η τουρκική κυβέρνησις».
Ἡ Σύνοδος ἀγοράζει τὸν πατριαρχικὸν θρόνον ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸν ἀντιβασιλέα διὰ μίαν μεγάλην ποσότητα χρημάτων, ἔπειτα τὸν πωλεῖ οὗτινος τῆς δώσῃ περισσότερον κέρδος, καὶ τὸν ἀγοραστὴν τὸν ὀνομάζει πατριάρχην. Αὐτός, λοιπόν, διὰ νὰ ξαναλάβῃ τὰ ὅσα ἐδανείσθη διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ θρόνου, πωλεῖ τὰς ἐπαρχίας, ἤτοι τὰς ἀρχιεπισκοπάς, οὗτινος δώσῃ περισσοτέραν ποσότητα, καὶ οὕτως σχηματίζει τοὺς ἀρχιεπισκόπους, οἱ ὁποῖοι πωλῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς ἄλλους τὰς ἐπισκοπάς των. Οἱ δὲ ἐπίσκοποι τὰς πωλῶσι τῶν χριστιανῶν, δηλαδὴ γυμνώνουσι τὸν λαόν, διὰ νὰ ἐβγάλωσι τὰ ὅσα ἐξώδευσαν… καὶ εἰς αὐτὸ μιμοῦνται τοὺς ὀθωμανικοὺς διοικητὰς τῆς ἀρχιεπισκοπῆς των, ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἰς ἄλλο δὲν διαφέρουσι, εἰμὴ ὅτι οἱ ἀρχιεπίσκοποι πληρώνουν αὐτούς, καὶ αὐτοὶ τοὺς δίδουν τὴν ἄδειαν νὰ κλέψωσιν ὅσα ἠμποροῦσι.
Τα «δοσίματά» τους στους Οθωμανούς διοικητές για να διατηρούνται οι καλές σχέσεις μαζί τους («μπαξίσια», «κανίσκια» κ.λπ.) ήταν μεγάλα. Πολλές φορές οι επισκοπές, με τα πολλά τους έξοδα και τις δωροδοκίες ήταν καταχρεωμένες. Κι όλο πιο βαριά φορολογία έριχναν στις πλάτες των χριστιανών. Άλλοτε αναζητούσαν διάφορους τρόπους κι έβρισκαν τις πιο παράξενες ευκαιρίες για να ενισχύσουν το ταμείο τους.
Ο Σέργιος Μακραίος με γράμμα του (1759) προς τον Νεκτάριο, επίσκοπο «Λιτζάς και Αγράφων», τον παρακαλεί να συγχωρήσει κάποιον Παπαγιώργη για ένα παράπτωμά του, χωρίς όμως να του πάρει χρήματα. Που σημαίνει ότι η συγχώρηση παραχωρούνταν με πληρωμή χρημάτων. Καθόλου παράξενο βέβαια, από μια άποψη, καθώς είναι γνωστό πως τα «συγχωροχάρτια» δεν αποτελούσαν αποκλειστικό προνόμιο της Καθολικής Εκκλησίας, όπως πιστεύεται σήμερα.
«…Ομοίως δε και το ζαράρι κασαμπιγιέ, και η ζητεία και η ελεημοσύνη, και τα άσπρα οπού συνηθίζονται να δίδωνται δια τα αγιάσματα, πρώτα δεύτερα και τρίτα συνοικέσια, και ακολούθως από κάθε ιερέως προς εν φλωρίον δια τον πατριάρχην, και άλλα τόσα δια τον μητροπολίτην ή ηγούμενον…» (βεράτι πατριάρχη Κύριλλου)
«…Όταν δε εις φόρου υποτελής, μη έχων χρήματα δια να πληρώσει το μιρίον, δίδη αντ’ αυτού εις τον Μητροπολίτην υφάσματα και φορέματα… ως και δια τα διδόμενα αυτώ υπό των φόρου υποτελών λόγω ελεημοσυνών πράγματα, ήτοι οίνον, έλαιον μέλι και λοιπούς δημητριακούς καρπούς…» (βεράτι μητροπολίτη Κρήτης, Γεράσιμου του Χίου).
«…Οι επίσκοποι παπάδες και λοιποί ραγιάδες, οι κατοικούντες…να δίδωσι το ετήσιον ρέσμι πεσκέσι, ζαγάρι κασαπγιέ, άσπρα ελέους αγιασμού, ζητείας πανηγύρεως το ρέσμι του Α’, Β’, Γ’ γάμου· έτι δε ετήσιον κάθε σπίτι υπανδρευμένου να δίδει ανά 12 άσπρα και έκαστος παπάς ανά εν φλωρί ρέσμι του πατριάρχου, και πάλιν ανά 12 άσπρα και ανά εν φλωρί ετήσιον ρέσμι του αρχιερέως…» (βεράτι μητροπολίτη Λαρίσης, Λεόντιου)
Μετὰ τῶν Ἐπισκόπων, λοιπόν, ἔρχονται ἐκεῖνοι οἱ πρωτοσύγκελλοι, οἱ ἀρχιμανδρῖται καὶ οἱ πνευματικοί, οἱ ὁποῖοι στέλλονται ἀπὸ τὰ μοναστήρια μὲ κάποιας πανταχούσας. Αὐτοὶ εἶναι ἀναρίθμητοι, ἐπειδὴ δὲν εὑρίσκεται πόλις ἢ χωρίον, ὁποὺ νὰ μὴν φυλάττῃ ἢ ἕνα ἢ δύο ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λαοκλέπτας, οἱ ὁποῖοι παρησιάζονται εἰς τὸν ἀρχιερέα καὶ ἀγοράζουν παρ᾿ αὐτοῦ τὴν ἄδειαν τοῦ κλεψίματος, καὶ ἔπειτα, μὲ ἄκραν αὐθάδειαν, ἀρχινοῦσιν ἀπὸ ὀσπίτιον εἰς ὀσπίτιον, νὰ ζητοῦσιν ἐλεημοσύνην, καὶ ἐκδύουσιν ἐξόχως τὰς γυναῖκας, ὅσον ἠμποροῦσι.Τὸν τρόπον, ὁποὺ μεθοδεύονται, εἶναι ἄξιος γέλωτος ἐνταυτῷ καὶ δακρύων. Αὐτοὶ ἔχουσιν ἓν κιβωτίδιον γεμάτον ἀπὸ ἀνθρώπινα κόκκαλα καὶ κρανία ἀκέραια, τὰ ὁποῖα ἀσημώνοσι, καὶ ἔπειτα ὀνοματίζουσιν, ἄλλα μὲν τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους καὶ ἄλλα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. Ἐν ἑνὶ λόγῳ, δὲν ἀφίνουν ἅγιον, χωρὶς νὰ ἔχουν μέρος ἀπὸ τὰ κόκκαλά του (Ἐγώ, ἕως τώρα βέβαια, εἶδα ἕως τέσσαρας κεφαλὰς τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, ἐπειδή, ὅταν ἀκολουθῇ ἡ πανοῦκλα, τότε κάθε πολιτεία ἔχει ἀπὸ μίαν κεφαλὴν τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους). Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς κοκκαλοπωλητὰς ἐξέρχονται ἀπὸ τὸ ὄρος τοῦ Ἄθους, ὁποὺ ὀνομάζουν Ἅγιον Ὄρος, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ πηγὴ αὐτῶν τῶν καλογήρων.Τὰ δὲ μοναστήρια αὐτὰ ἔχουσιν εἰς κάθε πολιτείαν ὑποστατικὰ καὶ ὀσπίτια, τὰ ὁποῖα καλοῦσι μετόχια καὶ τὰ κατοικοῦσιν αὐτοὶ οἱ περιηγηταί. Ἐκεῖ μετροῦσι τὰ κλεφθέντα χρήματα, διὰ νὰ λάβωσιν αὐτοὶ κρυφίως τὰ μισὰ καὶ τὰ λοιπὰ νὰ τὰ ὑπάγωσιν εἰς τὰ μοναστήριά των (Ἐγὼ ἐγνώρισα ἕνα πνευματικὸν Ἁγιορείτην, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτον τόσον ἀμαθής, ὅσον ἦτον ὑποκριτὴς καὶ φιλάργυρος. Πολλάκις, λοιπόν, καυχώμενος μοῦ ἐδιηγεῖτο, ὅτι εἰς εἴκοσι χρόνους ἔκαμεν ἕνα καπιτάλι ἀπὸ ἑκατὸν πενήντα χιλιάδες γρόσια, καὶ εἶχε δοσμένα εἰς τὸ μοναστήριόν του τὰ δύο τρίτα, τὰ δὲ λοιπὰ εἶχε μοιρασμένα εἰς διαφόρους πραγματευτὰς μὲ τὸ διάφορον. Αὐτὸς εἶχε τὴν κάραν τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου). Αὐτὰ τὰ τέρατα λοιπόν, ἐπειδὴ ποτὲ δὲν τοὺς ἐβγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα τους ἕνας ἀναστεναγμός, συνηθίζουν κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον εἰς τὴν ἀπάθειαν, καὶ φθάνουσιν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὁπού, ὁ κόσμος καὶ ἂν χαλάσῃ, τίποτε δὲν τοὺς μέλει…
Μάλιστα, ο επίσκοπος Κοζάνης, Θεόφιλος, δεν παραλείπει να υπενθυμίζει σε εγκύκλιό του το 1796, πως «Όσοι κάτοικοι εν τη πολιτεία ταύτη ήθελαν κάμει διαθήκη, είτε εδώ ευρισκόμενοι είτε αλλού, να έχουν απαραιτήτως για να αφιερώσουν πρώτον εις τον κατά καιρούς αρχιερέα της επισκοπής ταύτης (εκτός των συνήθων, οπού δικαιούται λαβείν και άνευ διαθήκης κατά την κατάστασιν του τεθνεώτος)…».
Σε περίπτωση δε, που κάποιος κληρικός δεν μεριμνήσει κατά τον «ορθό» τρόπο για «τα δέοντα» στην διαθήκη του, σύμφωνα με τον κανόνα ΝΘ’ των Αγίων Αποστόλων, κατά τον Μανουήλ Μαλαξό (ιερέας και λόγιος του 16ου αιώνα) θα πρέπει να αφορίζεται και να καθαιρείται «ως φονεύσας τον αδελφόν αυτού».
Ο ιστορικός Γιάννης Κορδάτος, σημειώνει πως, «…το πιο έφορο και καλό μέρος της γης ήταν ιδιοκτησία των μοναστηριών. Μια φούχτα καλόγεροι που κι αυτοί ήσαν εξαρτημένοι απ’ το Άγιο Όρος, το Πατριαρχείο, τον μητροπολίτη, έπαιρναν αμύθητα εισοδήματα από γεννήματα, καρπούς και ζωντανά. Χιλιάδες αγρότες ήταν σκλάβοι των μοναστηριών κι έτρεφαν τους μικρούς και μεγάλους καλόγερους, με τον μόχθο και τον ιδρώτα τους» («Σελίδες από την ιστορία τού αγροτικού κινήματος», σελ. 11). Ο δε ξένος περιηγητής Μπερτόλντι υπογραμμίζει: «…Ουδεμία απάτη, ουδείς λόγος, ουδεμία δεισιδαιμονία, ουδείς ερεθισμός υπάρχει άγνωστος εις αυτούς… Βραδυκίνητοι, φίλαυτοι, δόλιοι, πραγματικές βδέλλες, εκμυζούν το αίμα του λαού». Ομοίως και ο «ανώνυμος» της «Ελληνικής Νομαρχίας» τονίζει:
Αὐτοί, λοιπόν, περιφέρονται εἰς ὅλα τὰ χωρία τῆς ἐπισκοπῆς καὶ μὲ ἄκραν ἀσπλαγχνίαν ἐκδύουσι τοὺς πολλὰ ἀθώους χωριάτας, καὶ μάλιστα τὰς γυναῖκας. Ὅταν δὲν τοὺς εὑρίσκουσι χρήματα, τότε τίνος ἁρπάζουσι ἓν φόρεμα, τίνος ἓν ἐργαλεῖον τῆς γεωργικῆς, τίνος ἓν στολίδι τῆς γυναικός του, καὶ φθάνουσι νὰ τοὺς παίρνουσιν ἕως καὶ τὰ δοχεῖα τῶν φαγητῶν. Ἀπὸ ἄλλους πάλιν λαμβάνουσι τόσα κιλὰ σιτάρι ἢ τόσον κρασί. Ἐν ἑνὶ λόγῳ, τοὺς γυμνώνουσι, καὶ ἔπειτα τοὺς εὐλογοῦσι καὶ φεύγουσι. Πολλάκις δὲ περιέρχεται ὁ ἴδιος ἐπίσκοπος εἰς τὰ χωρία, καὶ τότε πλέον ἀκολουθοῦν τὰ χειρότερα. Αὐτὸς ὁ ἀναίσχυντος καὶ βάρβαρος καὶ ἀμαθέστατος ἄνθρωπος, ἀφοῦ τρώγει δι᾿ ὅσας ἡμέρας μένει εἰς τὸ χωρίον ἀπὸ τὴν πτωχὴν κοινότητα, ἀφοῦ ἁρπάζει ὅσα περισσότερα δυνηθῇ, τότε ἀφορίζει ἕνα δύο, καὶ ἄλλους τόσους κάμνει παπάδες, καὶ ἔπειτα φεύγει.
Την ίδια οδό, θα ακολουθήσει λίγα χρόνια αργότερα, ο μητροπολίτης Κρήτης Αθανάσιος Καλλιπολίτης: «Αίτησις του Μητροπολίτου Κρήτης προς τον πασάν Χάνδακος. Ευδαίμων μακάριε και εξοχώτατε Αυθέντα μου, έσο υγιής. Η αίτησις του δούλου σας αφορά εις την εξής υπόθεσιν: Επί τω τέλει όπως προβώμεν, δυνάμει του ανά χείρας μας υψηλού αυτοκρατορικού φιρμανίου εις την είσπραξιν των ανέκαθεν καθιερωμένων πατριαρχικών και μητροπολιτικών δικαιωμάτων και φόρων εκ της νήσου Κρήτης, παρακαλούμεν την έκδοσιν υψηλής διαταγής, όπως ουδείς έξωθεν παρεμπόδιση ημίν τούτο. Επί τούτοις εις υμάς απόκειται…να αποφασίσητε».
Και η υπογεγραμμένη απάντηση του πασά: «Όπως ουδείς παρεμποδίση αυτόν κατά την είσπραξιν των καθιερωμένων φόρων…».
Την προστασία της τουρκικής διοίκησης ζητούν και τα μοναστήρια, όταν τους «ντουκουτίζουν» οι ραγιάδες. Απόφαση του Βεζύρ Αλί πασά: «Εγώ ο Βεζύρ Αληπασάς. Έδωκα το μπουγιουρδί μου του ηγουμένου από μοναστήρι Βαρνάκοβα, ότι δια το χωρίον Παλιόμυλον, όπου έχει αγορασμένον από τους ραγιάδες Παλιομυλιώτες και τον νταβίζουν δια να του το πάρουν πίσω… Εκοίταξα εγώ αυτήν τη διαφοράν και κανείς δεν έχει να τον ντουκουτίση εις το παραμικρόν· και όποιον ραγιάν θελήση να κρατήση, και όποιον δεν θελήσει να τον διώξη από το τσιφλίκι του με το ιζίνι μου».
Το άπληστο ιερατείο, ως φαίνεται, δεν δίσταζε να «χαλάει» διαθήκες κατά το δοκούν, όπως καταλαβαίνουμε από μια επιστολή της «Χώρας και χωρίου Θερμίων Κύθνου», που ζητούν από τον αρχιερέα τους τις νόμιμες διαθήκες «να μη τας χαλνά, αλλά να παίρνει όσα του αφήνουν αυτοπροαιρέτως».
Αξίζει να σημειωθεί, πως η επιστράτευση ακόμη και ληστών για την είσπραξη των «δικαιωμάτων» από τους ραγιάδες, δεν ήταν άγνωστη ούτε και αποκλειστέα τακτική από τους ιερείς.
Πῶς ἆραγε ζῶσιν αὐτοὶ οἱ ἀρχιεπίσκοποι εἰς τὰς μητροπόλεις των καὶ ὁποῖαι εἰσὶ αἱ ἀρεταί των; Τρώγωσι καὶ πίνωσι ὡς χοίροι (Ὁ νῦν Ἰωαννίνων, καθὼς ἤκουσα ἀπὸ ἕναν μάρτυρα αὐτόπτην, εἰς τὸ πρόγευμα τρώγει δύο ὀκάδες γιαούρτι, καὶ εἰς τὸ δειλινὸν μισὴν ὀκᾶ σαρδέλας ξεκοκκαλισμένας, τὰς ὁποίας τρώγει μὲ τὸ χουλιάρι). Κοιμῶνται δεκατέσσαρας ὥρας τὴν νύκτα καὶ δύο ὥρας μετὰ τὸ μεσημέρι. Λειτουργοῦσι δύο φορὰς τὸν χρόνον, καὶ ὅταν δὲν τρώγωσι, δὲν πίνωσι, δὲν κοιμῶνται, τότε κατεργάζονται τὰ πλέον ἀναίσχυντα καὶ οὐτιδανὰ ἔργα, ὁποὺ τινὰς ἠμπορεῖ νὰ στοχασθῇ (Ὁ Ἄρτης, ὁ Γρεβενῶν καὶ ὁ Ἰωαννίνων εἶναι οἱ πρῶτοι προδόται τοῦ τυράννου, καθὼς ὅλοι τὸ γνωρίζουσι. Ὁ ὕστερος ἀπὸ αὐτοὺς ἱκέτευσεν τὸν τύραννον, καὶ ἐκούρευσεν τὸν ἔγγονά του, ὡς νὰ τοῦ ἐγίνετο νουνός. Ὁ Ἄρτης ἠπάτησεν καὶ ἐπρόδωσεν τοὺς ἥρωας Σουλιῶτας· εἶναι δὲ καὶ οἱ τρεῖς ἀσελγεῖς, ἄσωτοι εἰς τὸ ἄκρον, μοιχοί, πόρνοι καὶ ἀρσενοκοῖται φανεροί). Καὶ οὕτως εἰς τὸν βόρβορον τῆς ἁμαρτίας καὶ εἰς τὴν ἰδίαν ἀκρασίαν θησαυρίζουσι χρήματα, καὶ οἱ ἀναστεναγμοὶ τοῦ λαοῦ εἶναι πρὸς αὐτοὺς τόσοι ζέφυρες.
Έτσι συνδέεται η διοικητική διαδικασία του τουρκικού κράτους με τη χριστιανική ηθική και μεταβάλλονται οι υποχρεώσεις προς το πατριαρχείο και, μέσω αυτού, προς το τουρκικό κράτος, σε ηθικές υποχρεώσεις του Έλληνα ραγιά προς την πίστη του. Αυτή η σύνδεση ηθικότητας και διοίκησης, κατά την τουρκοκρατία, μετέτρεψε και την ηθική και την πίστη σε «αγαθά διοίκησης». Η πίστη γίνεται υπόθεση του τουρκικού κράτους, που διευκολύνει, σε κάθε επαρχία του, την εγκαθίδρυση της ειδικής εξουσίας του επισκόπου.
Ο αφορισμός, στην πραγματικότητα, ήταν μια πολιτική δραστηριότητα του επισκόπου, από κοινού με την κοινότητα. Η κοινότητα ήταν το απαραίτητο εργαλείο. Ο αφορισμός συνίσταται στην αδυναμία συναναστροφής του «αφορεσμένου» με την υπόλοιπη κοινότητα των χριστιανών. Ο αφορίζων, ταυτόχρονα αφαιρεί τη δυνατότητα της μεταθανάτιας σωτηρίας και διαφοροποιεί τον χριστιανό, που τον δέχεται, από το σύνολο της κοινότητας, στην οποία ανήκει.
Τη μετατροπή του αφορισμού σε μέσο διοικήσεως, κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, αποδέχεται και η ίδια η σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος. Σε έγγραφο της 9/9/1837, λέει: «…και εάν επί Τουρκοκρατίας εκδίδετο ούτος, (ο αφορισμός) εκδίδετο παρά της Εκκλησίας ουχ απλώς, αλλ’ ως διοικούσης και πολιτικώς και δικαστικώς, και εις αναχαίτισιν πολλών άλλων καταχρήσεων…».
Έτσι, σύμφωνα με την «Χρονογραφία της Ηπείρου» (1856) του Παναγιώτη Αραβαντινού, οι «προύχοντες της χώρας εκείνης θεωρήσαντες ότι, εάν ου κατέλυαν την νηστείαν, επέκειτο αναπόφευκτος εις αυτούς θάνατος και αυτοχειρία, και εκ τούτου κόλασις αιώνιος, και, εάν πάλι κατέλυον, έμελλον, ίνα εισέλθωσιν εις την κόλασιν μετά των αλλόπιστων, προετίμησαν το δεύτερον, και ούτως απογνωσθέντες ενηγκαλίσθησαν τον Ισλαμισμόν οι πλείστοι». Στην πραγματικότητα, εδώ ο αφορισμός χρησιμοποιείται για την προσαρμογή του πληθυσμού σε μια απαράδεκτη τάξη πραγμάτων ενώ η νηστεία χρησιμοποιείται ως μέσο πειθαρχίας που διευκολύνει την προσαρμογή.
Ο λαός δεν ονόμασε τυχαία τους κληρικούς και τους κοτσαμπάσηδες (αυτούς που γνωρίζουμε σήμερα με τους εξευγενισμένους όρους, «προεστοί», «δημογέροντες», «πρόκριτοι», «καραβοκύρηδες» κ.ά.), «χριστιανούς πασάδες». Άλλωστε, ο αφορισμός της Ελληνικής Επανάστασης, μιλάει από μόνος του…
(πηγή)

