Πασχαλιάτικη νοσταλγία των χρόνων της αθωότητας

Ο Χριστός ας μας συγχωρήσει για την κακοποίηση και την άγρια εκμετάλλευση του ονόματός του, και ας βοήσει για μια ακόμη φορά: “Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι”.
%25CE%25A7%25CF%2589%25CF%2581%25CE%25AF%25CF%2582%2B%25CF%2584%25CE%25AF%25CF%2584%25CE%25BB%25CE%25BF


Περασμένα, αλλά νοσταλγικά και όχι ξεχασμένα,  είναι τα παιδικά χρόνια της αθωότητας στο Δεντρό Κορινθίας ή, όπως επίσημα έχει μετονομαστεί, στο Δένδρο. Σε υψόμετρο 643 μέτρα από τη θάλασσα, το γραφικό Δεντρό των 30 σπιτιών και 150 κατοίκων τότε, φάνταζε στα παιδικά μου χρόνια σαν το κέντρο του κόσμου.

Τη Μεγάλη Εβδομάδα, η λατρεμένη μητέρα μας Ειρήνη – μια απέραντη  αγκαλιά αστείρευτης αγάπης – έτρεχε ασθμαίνοντας για να διεκπεραιώσει όλα τα παραδοσιακά καθήκοντά της. Και, τελειομανής όπως ήταν, αυτό ήταν εξουθενωτικό. Αλλά ό,τι έκανε η μανούλα μας το έκανε με κέφι και ποτέ δεν παραπονέθηκε για κούραση.

Κατ’ αρχήν έπρεπε να φτιάξει τριών ειδών πασχαλιάτικα κουλούρια για να ευχαριστήσει τα πέντε παιδιά της: τα προζυμένια, τα αυγοκούλουρα και τα μεθιστά, όλα με τη μοναδική τους γεύση και άρωμα, που όμως είχαν πολύ κόπο για να ζυμωθούν με τα χεράκια της μανούλας.  

Στη συνέχεια την περίμενε περισσότερος  κόπος για να κάψει μερικά δεμάτια ξύλων στον τεράστιο ξυλόφουρνο, να φουρνίσει, δηλαδή να βγάλει τα κάρβουνα και τις στάχτες με μια ασήκωτη “πάνα”, και να τοποθετήσει κάθε φορά μέχρι και τρία μεγάλα ταψιά με κουλούρια.  Χρειαζόταν μεγάλη προσοχή και τέχνη για να φτάσει ο φούρνος στη σωστή θερμοκρασία ώστε τα κουλούρια να μην καούν αλλά ούτε και να “καθίσουν”.

IMG 1963 11


Κατόπιν, η μητέρα μας Ειρήνη έπρεπε να βράσει καμιά πενηνταριά αυγά, και μάλιστα να τα κεντήσει με φύλλα διαφόρων φυτών από τον κήπο μας, ώστε να μην είναι μονότονα κόκκινα. Επιπλέον χρειαζόταν μεγάλη τέχνη ώστε τα αυγά να βράσουν σωστά στη “φουφού” με τα ξύλα, χωρίς να μαυρίσει ο κρόκος τους.

Και σαν να μην έφταναν αυτά, έπρεπε να ασπρίσει όλα τα πεζούλια της αυλής μας με ασβέστι, όπως επίσης και τα πλαϊνά της σκάλας, τόσο στην πρόσοψη όσο και στην πίσω πλευρά του σπιτιού μας. 

Ο πατέρας μας ο Χαράλαμπος – όνομα και πράγμα – τέτοια εποχή ήταν απασχολημένος με το κλάδεμα των σταφιδάμπελων και δεν μπορούσε να βοηθήσει στις πασχαλιάτικες προετοιμασίες. Άλλωστε αυτά ήταν γυναικείες δουλειές, και η μητέρα δεν ήθελε κανέναν στα πόδια της καθώς δημιουργούσε. Πώς τα κατάφερνε όλα αυτά, παράλληλα με τις άλλες καθημερινές εργασίες του μαγειρέματος, πλυσίματος και σιδερώματος (σίδερο με κάρβουνα) για την οκταμελή οικογένειά της (είχαμε και τον παππού Παναγή μαζί μας), μόνο ο Θεός ξέρει. Πιστεύω ότι η αγάπη για την οικογένειά της τής έδινε φτερά.

Τα βράδια, όλη η οικογένεια έπρεπε να παρακολουθήσει τις “ολονυχτίες”, όπως αποκαλούσαμε τις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, οι οποίες γίνονταν εναλλακτικά μία στο Δεντρό και μία στη Ζούγρα (Πελλήνη), επειδή μοιραζόμασταν τον ίδιο παπά, τον παπα-Γιώργη. Η Ζούγρα απέχει κάπου 3 χιλιόμετρα από το Δεντρό και ο περισσότερος δρόμος είναι ανηφορικός.  Μας φαινόταν όμως σαν ένας απλός περίπατος, και ούτε σκέψη να απουσιάσουμε έστω κι από μία “ολονυχτία”.

Η Μεγάλη Παρασκευή, όπως και η Ανάσταση, γιορτάζονταν εναλλακτικά, μια χρονιά στο Δεντρό και μια στη Ζούγρα. Ο Επιτάφιος στολιζόταν αριστοτεχνικά με φρεσκοκομμένες πασχαλιές και βιολέτες από τους κήπους  μας και μοσχοβολούσε. Τα Εγκώμια ψάλλονταν μελωδικά από τις μετρημένες στα δάχτυλα  μεγαλύτερες κοπέλες του μικρού χωριού μας.

Αλλά και ο παπα-Γιώργης είχε γλυκύτατη φωνή. Θυμάμαι την ανατριχίλα που ένιωθα όταν έσβηναν όλα τα φώτα στην εκκλησία, δηλαδή τα κεριά και τα καντήλια λαδιού, και μετά από ένα ή δύο λεπτά ακουγόταν μέσα από το “ιερό” η μελωδική φωνή του παπα-Γιώργη, σαν από το υπερπέραν, ο οποίος σιγά σιγά ξεπρόβαλε με αναμμένη μια μεγάλη λαμπάδα ψέλνοντας: “Δεύτε λάβετε φως από του ανεσπέρου φωτός…”

Χωρίς να καταλαβαίνω τι σημαίνουν τα λόγια αυτά, ένιωθα ένα ιερό άγγιγμα στην ψυχή μου, ένα σκίρτημα που δονούσε όλο μου το είναι. Ποιο ήταν αυτό “το ανέσπερο  φως” κι από πού ερχόταν δεν με απασχολούσε. Μου αρκούσε ότι ερχόταν και φώτιζε την καρδιά μου. Και μακάρι αυτή η αίσθηση του υπερκόσμιου να διαρκούσε  μια ζωή…


Κατόπιν, αφού ο πατέρας μας άναβε τη λαμπάδα του από τον ιερέα, άναβε και τις δικές μας παιδικές λαμπάδες, και όλοι μαζί, μετά από τον παπα-Γιώργη, ψέλναμε το “Χριστός Ανέστη”.  Συνήθως αυτό γινόταν στο προαύλιο της Εκκλησίας. Εκεί τσουγκρίζαμε και τα κόκκινα αυγά και, εξουθενωμένα από τη νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδας, τα τρώγαμε, συνοδεύοντάς τα με πασχαλιάτικο κουλούρι.

 Μετά επιστρέφαμε στην εκκλησία, όπου παρακολουθούσαμε την αναστάσιμη λειτουργία μέχρι το τέλος της, πάνω από δυο ώρες μετά τα μεσάνυχτα.  Ο πατέρας μας, δεν διανοείτο να φύγουμε μετά το Χριστός Ανέστη. Το ίδιο έκαναν σχεδόν όλοι οι συγχωριανοί.

Το τροπάριο που με συγκινούσε βαθύτατα ήταν το: “Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν Λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα· ἐκ γὰρ θανάτου πρὸς ζωήν, καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν, Χριστὸς ὁ Θεός ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ᾄδοντας.”

Ω,  πόσος πόνος πλημμυρίζει την καρδιά μου για τον εκφυλισμό του Πάσχα σήμερα, και το δολοφονικό μίσος που έχει φωλιάσει στις καρδιές των λαών, όπως επιβεβαιώνει η πρόσφατη τραγωδία στη Σρι Λάνκα, το Πάσχα των Καθολικών.

Με το πνεύμα αγάπης και ταπεινότητας του Χριστού να απουσιάζει,  με την υποκρισία, την κοσμικότητα και τα επικίνδυνα πυροτεχνήματα, καθώς και με την κακή συνήθεια των εκκλησιαζομένων  να φεύγουν τρέχοντας  μετά το “Χριστός Ανέστη”, το Πάσχα των Χριστιανών έχει απογυμνωθεί από την ιερότητα του πνευματικού του νοήματος, ενώ το ανέσπερο φως,  που δήθεν ανάβει μόνο του και το φέρνουν κάθε χρόνο από τα Ιεροσόλυμα, είναι ανίκανο να φωτίσει και να αναγεννήσει τις καρδιές των κατ’ όνομα Χριστιανών.

Κάποιος θα πει ότι δεν έχω δικαίωμα να κρίνω διότι εγώ δεν πατάω καθόλου στην εκκλησία. Και ίσως δεν θα είχε εντελώς  άδικο… 

Ωστόσο με πόνο έχω διαχωρίσει τη θέση μου από τη μάνα Εκκλησία επειδή, κατά την ταπεινή μου άποψη, με τα δόγματα και τα τελετουργικά της έχει διαστρεβλώσει το πραγματικό  νόημα της διδασκαλίας του Χριστού,  με αποτέλεσμα οι πιστοί να λιμοκτονούν από στερεά πνευματική τροφή. Δεν παύω όμως να ξεχνάω τις ρίζες μου, να νοσταλγώ τα χρόνια της αθωότητας, και να προσεύχομαι για την αναγέννηση της Ορθοδοξίας των πατέρων μου.

Καλή Ανάσταση στις καρδιές μας, αδέλφια!

Ο Χριστός ας μας συγχωρήσει για την κακοποίηση και την άγρια εκμετάλλευση του ονόματός του, και ας βοήσει για μια ακόμη φορά: “Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι”.

Tags: Άγιο Φως, ανάσταση, Δένδρο Κορινθίας, ειρήνη, Μεγάλη Εβδομάδα, Πάσχα