Τις προάλλες, καθώς έκανα την πεζοπορία μου, μαγεμένη από την ομορφιά του δάσους και εκστασιασμένη από το κελάηδημα των πουλιών, έπεσα πάνω σε κρουνό πυρόσβεσης που έτρεχε νερό, σχηματίζοντας στη βάση του μια μικρή λίμνη. Αυτόματα η ιλαρή διάθεσή μου μετατράπηκε σε θυμό. “Δεν το είδε αυτό κανένας από τους φύλακες του δάσους;” αναρωτήθηκα.
Προχώρησα σχεδόν μέχρι το τέλος του δάσους και επιστρέφοντας συνάντησα τρία νεαρά άτομα, γύρω στα 30, που κρατούσαν ξινάρια και συμπέρανα ότι ήταν υπάλληλοι του Δήμου αρμόδιοι για το καθάρισμα του δάσους από ξερόχορτα.
–“Είδατε λίγο πιο κάτω έναν κρουνό που έχει στραβώσει και τρέχει;” τους ρώτησα. “Είναι δίπλα στο δρόμο, και αποκλείεται να μην το προσέξατε. Είναι κοντά στην μουτζουρωμένη πινακίδα που λέει Όρια Δάσους Συκιάς“.
-“Όχι δεν το είδαμε”, απάντησαν και οι τρεις.
–“Μα δεν είναι δυνατόν! Δεν σκοντάψατε πάνω στον στραβωμένο κρουνό; Το νερό που τρέχει έχει σχηματίσει λιμνούλα”.
“Τρέχει πολύ ή απλώς στάζει; Δηλαδή πόσο στάζει; Για περιγράψτε μας”, μου λέει ο ένας από τους άνδρες, που προφανώς ήταν ο πιο έξυπνος της παρέας.
“Τι είναι αυτά που με ρωτάτε; Μήπως θέλατε να μετρήσω τις σταγόνες; Πάντως δεν είναι σταγόνες, είναι συνεχής ροή”, απάντησα υψώνοντας τον τόνο της φωνής μου, και συνέχισα: “Γυρίστε πίσω καμιά πενηνταριά μέτρα και θα το δείτε”.
“Από ποια μεριά του δρόμου είναι;” ρωτάει η κοπέλα, γνωρίζοντας ότι ο δρόμος έχει πλάτος μόλις 4 μέτρα και δεν χρειάζεται να κοιτάει κανείς δεξιά ή αριστερά για να δει τον τεράστιο κρουνό.
“Είναι από την αριστερή πλευρά, αν στραφείτε προς τα πίσω”, απάντησα.
“Ξέρετε, εμείς δεν είμαστε αρμόδιοι για θέματα πυρόσβεσης, αλλά γυρίστε προς τη Συκιά, και κάπου προς το τέλος του δάσους, σε ένα παγκάκι θα βρείτε κάποιον φύλακα που είναι αρμόδιος”, είπε η κοπέλα, κι εγώ τα πήρα στο κρανίο.
“Τι είπατε; Μου ζητάτε να γυρίσω πίσω για να πάω να βρω τον φύλακα στο παγκάκι; Σε ποιο παγκάκι; Καλά, ο φύλακας είναι καρφωμένος στο ίδιο παγκάκι; Δεν περιφέρεται μέσα στο δάσος για να το επιβλέπει; Δεν μπορώ κοπέλα μου να γυρίσω πίσω, είμαι κουρασμένη από την πεζοπορία. Γιατί όμως δεν του το λέτε εσείς, αφού προς τα εκεί πάτε;”
“Τι να του πούμε; Εμείς δεν είδαμε κανένα κρουνό να τρέχει, εσείς τον είδατε”, απαντάει ο ένας νεαρός, και πριν προλάβω να τον κατσαδιάσω, επενέβη η κοπέλα λέγοντας, “καλά, καλά, θα τον ενημερώσουμε”…
Σήμερα το μεσημέρι ξαναπέρασα από εκεί, αλλά δυστυχώς ο κρουνός έτρεχε με μεγαλύτερη ένταση.
Μήπως είναι το δημοσιοϋπαλληλίκι που αποχαυνώνει τους ανθρώπους; Ή μήπως ως λαός είμαστε τελειωμένοι;
Λίγα λόγια για τον πανέμορφο Πευκιά:
«Το Δάσος του Πευκιά βρίσκεται δίπλα στην ακτογραμμή του Κορινθιακού κόλπου, στο ανατολικό άκρο του Ξυλοκάστρου, στο Δήμο Ξυλοκάστρου-Ευρωστίνης του νομού Κορινθίας.
Πρόκειται για δάσος, που δημιουργήθηκε για λόγους αισθητικής, ωστόσο, θεωρείται και φυσικής προέλευσης (αν και έχουν φυτευθεί και μη αυτόχθονα είδη). Έχει μήκος 1760μ. και πλάτος περίπου 80-220μ. και καλύπτει συνολική έκταση 243,5 στρεμμάτων. Η ηλικία του υπολογίζεται στα 140 έτη.
Χαρακτηρίστηκε “Δάσος” το 1926 και “Αισθητικό Δάσος” το 1974. Διακρίνεται για την ομορφιά του και είναι γνωστό ότι ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης αναφερόταν στο συγκεκριμένο δάσος στο στίχο του “το πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας” (ποίημα Ύπνος της συλλογής “Νηπενθή”). Αν και δεν καταγόταν από την περιοχή, εδώ ήταν η μόνιμη κατοικία του παππού του.
Το δάσος υπήρξε πηγή έμπνευσης και για τον Άγγελο Σικελιανό, ο οποίος είχε χτίσει στο ένα άκρο του εξοχική κατοικία, η οποία διασώζεται ως σήμερα.
Το χαρακτηριστικότερο δέντρο του δάσους είναι η χαλέπιος πεύκη, απαντώνται ωστόσο 83 είδη φυτών, όπως σχίνος, μυρτιά, λυγαριά, πρίνος, αρμυρίκι, μοσχοϊτιά, ασπάλαθος, ράμνος, κουκουναριά, κυπαρίσσι, κουτσουπιά, χαρουπιά, φοινικικός κέδρος, κουμαριά, πικροδάφνη, πλάτανος, μηδική, αγριελιά, δάφνη απόλλωνος, ευκάλυπτος, τραχεία πεύκη, θαλάσσια πεύκη, γλαυκό κυπαρίσσι, αγγελική, κυανόφυλλη ακακία, αλπίζια. Κάποια από τα είδη αυτά φυτεύτηκαν σε διαφορετικές περιόδους.
Διαθέτει δίκτυο μονοπατιών, που καθιστά ιδιαίτερα ευχάριστη και εύκολη την πεζοπορία». πηγή











