Πρόκειται για στυγνούς εγκληματίες που πρέπει να βρεθούν και να τιμωρηθούν παραδειγματικά από τη Δικαιοσύνη. Διότι και τα άλογα έχουν ψυχή, και μάλιστα ολοκάθαρη από κακίες! Διότι και τα άλογα έχουν τον ίδιο Δημιουργό όπως και οι άνθρωποι. Τον ίδιο Πατέρα-Θεό! Και από αυτή την άποψη, και τα άλογα είναι αδέλφια μας, με δικαίωμα στη ζωή όπως κι εμείς.!
Τι τους έφταιγαν τα πανέμορφα και αξιαγάπητα αλογάκια που τα εκτέλεσαν εν ψυχρώ οι βάρβαροι; Δεν επιβάρυναν, δεν ενοχλούσαν ούτε απειλούσαν κανέναν! Έτρεχαν ανέμελα σε βουνά και λαγκάδια, απολαμβάνοντας τον ήλιο και τον καθαρό αέρα, ξεδιψώντας στα ποτάμια και τα ρυάκια και τρώγοντας τα χόρτα που τους παρείχε γενναιόδωρα η μάνα γη, μέχρι που ήρθε το χέρι του δολοφόνου να τους κόψει με μια σφαίρα το νήμα της ζωής. Πώς μπόρεσε; Πόσο μίσος, πόση βαρβαρότητα έκρυβε μέσα του το ανθρωποειδές ή τα ανθρωποειδή που τόσο ύπουλα στέρησαν τη ζωή σ’ αυτά τα υπερήφανα και πανέξυπνα ζώα;
Ντρέπομαι που αυτό το φρικτό έγκλημα διεπράχθη στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Κορινθία.
Μεγάλωσα στο Δενδρό με ένα ή δύο άλογα στην υπηρεσία του πατέρα μας για τις ανάγκες της αγροτικής ζωής – φόρτωμα προϊόντων και μετακινήσεις από το ένα κτήμα στο άλλο και από το ένα χωριό στο άλλο – και παρόλο που δεν έκανα ιππασία είχα ταξιδέψει επανειλημμένα στο χωριό καταγωγής της μητέρας μας Ειρήνης, τη Σκούπα, καβάλα στο άλογό μας.
Ήξερε το δρόμο και οι γονείς μου το εμπιστεύονταν απολύτως για την ασφάλειά μου. Πρόσεχε ιδιαίτερα στον κατήφορο και στον ανήφορο να μην κάνει άγαρμπες ή απότομες κινήσεις, έχοντας επίγνωση του πολύτιμου φορτίου που έφερε στο σαμάρι του και γνωρίζοντας ότι όφειλε να με μεταφέρει σώα και αβλαβή στον προορισμό μου.
Έτσι, λοιπόν, νιώθω απεριόριστο θαυμασμό για τη νοημοσύνη και την υπευθυνότητά τους και διατηρώ στην καρδιά μου μια τρυφερή θέση για τα κατ’ εξοχήν λογικά άλογα.
Γι’ αυτό στο άκουσμα της φρικιαστικής είδησης της μαζικής εκτέλεσης των αλόγων – άγριων ή μη, δεν έχει σημασία – ένιωσα απερίγραπτο πόνο, αλλά και αποτροπιασμό που ανήκω στο ανθρώπινο είδος…
Κάτι τέτοια μου φέρνουν στο νου μια φράση του Μωυσή από τη Γένεση: “Και μετεμελήθη ο Κύριος ότι εποίησε τον άνθρωπον επί της γης. Και ελυπήθη εν τη καρδία αυτού.” ( Γένεσις ΣΤ: 6)










