Ιησούς Χριστός: Θεός ή “Υιός του Ανθρώπου”;

images

Ιησούς: «Περίλυπος ἐστίν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου».

Ο Ιησούς δεν έκρυψε ποτέ τις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης του. Δεν προσποιήθηκε ότι ήταν υπεράνθρωπος. Δεν υποκρίθηκε ποτέ όταν υπέκυπτε και ο ίδιος σε αρνητικά συναισθήματα, που για να τα υπερνικήσει κατέφευγε σε ένθερμη προσευχή στον Πατέρα και Θεό του. Με άλλα λόγια, ο Ιησούς βίωσε τον πόνο της αδικίας εναντίον του και του σταυρικού του θανάτου όπως θα τον βίωνε κι ένας κοινός θνητός.

Στο δρόμο προς τον Γολγοθά, λύγισε και αυτό το εξομολογήθηκε στους μαθητές του.

«Και παραλαβών τον Πέτρον και τους δύο υιούς του Ζεβεδαίου, ήρχισε να λυπήται και να αδημονή.  Τότε λέγει προς αυτούς: Περίλυπος είναι η ψυχή μου έως θανάτου· μείνατε εδώ και αγρυπνείτε μετ’ εμού.  Και προχωρήσας ολίγον έπεσεν επί πρόσωπον αυτού, προσευχόμενος και λέγων· Πάτερ μου, εάν ήναι δυνατόν, ας παρέλθη απ’ εμού το ποτήριον τούτο· πλην ουχί ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ. 

Και έρχεται προς τους μαθητάς και ευρίσκει αυτούς κοιμωμένους, και λέγει προς τον Πέτρον· Ούτω δεν ηδυνήθητε μίαν ώραν να αγρυπνήσητε μετ’ εμού;  αγρυπνείτε και προσεύχεσθε, διά να μη εισέλθητε εις πειρασμόν. Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής.  Πάλιν εκ δευτέρου υπήγε και προσευχήθη, λέγων: Πάτερ μου, εάν δεν ήναι δυνατόν τούτο το ποτήριον να παρέλθη απ’ εμού χωρίς να πίω αυτό, γενηθήτω το θέλημά σου. 

Και ελθών ευρίσκει αυτούς πάλιν κοιμωμένους· διότι οι οφθαλμοί αυτών ήσαν βεβαρημένοι. Και αφήσας αυτούς υπήγε πάλιν και προσευχήθη εκ τρίτου, ειπών τον αυτόν λόγον». (Κατά Ματθαίον 26: 37-44)

Όπως βλέπουμε στα ανωτέρω εδάφια, τρεις φορές προσευχήθηκε ο Ιησούς, ζητώντας από το Θεό να τον απαλλάξει από το μαρτύριο που έβλεπε ότι ερχόταν. Πάντα όμως πρόσθετε στο τέλος της προσευχής το “γενηθήτω το θέλημά σου”.

Όταν τελείωσε για τρίτη φορά την προσευχή του, βρήκε πάλι τους μαθητές του να κοιμούνται, και τους επέπληξε, όπως θα έκανε οποιοσδήποτε αγωνιστής όταν έβλεπε τους συντρόφους τους να έχουν αποκοιμηθεί την ώρα που εκείνος βίωνε τη φοβερή αγωνία ενός επικείμενου μαρτυρίου.

«Τότε έρχεται προς τους μαθητάς αυτού και λέγει προς αυτούς: Κοιμάσθε το λοιπόν και αναπαύεσθε; Ιδού, επλησίασεν η ώρα και ο Υιός του ανθρώπου παραδίδεται εις χείρας αμαρτωλών». (Κατά Ματθαίον 26: 45)

Εδώ έχουμε ομολογία από τον ίδιο τον Ιησού ότι είναι ο “Υιός του Ανθρώπου”. Δεν θα έπρεπε να αυτοπροσδιορίζεται κάπως αλλιώς, αφού γνώριζε πως η μητέρα του τον συνέλαβε θαυματουργικά, δια του Αγίου Πνεύματος, όπως ορίζει το Χριστιανικό δόγμα;

Βεβαίως πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν ότι υπάρχει νοθεία εις τα Ευαγγέλια, που προσαρμόστηκαν κατάλληλα ώστε να επιβεβαιώνουν το Χριστιανικό δόγμα. Δεν είναι όμως δύσκολο να διακρίνει κανείς πού έχουν γίνει δογματικές προσθήκες.

Ας δούμε την Κατά Ιωάννην περιγραφή, όπου φαίνεται ο Ιησούς δεν είναι σίγουρος πώς ακριβώς να προσευχηθεί και παλινδρομεί. Ξεχνάει προς στιγμή το σκοπό για τον οποίο ήρθε εις τον κόσμο, αλλά ευθύς αμέσως να τον ξαναθυμάται:

«Τώρα η ψυχή μου είναι τεταραγμένη· και τι να είπω; Πάτερ, σώσον με εκ της ώρας ταύτης. Αλλά διά τούτο ήλθον εις την ώραν ταύτην. Πάτερ, δόξασόν σου το όνομα. 

Ήλθε λοιπόν φωνή εκ του ουρανού· Και εδόξασα και πάλιν θέλω δοξάσει. 
Ο όχλος λοιπόν ο παρεστώς και ακούσας έλεγεν ότι έγεινε βροντή· άλλοι έλεγον· Άγγελος ελάλησε προς αυτόν.  

Απεκρίθη ο Ιησούς και είπεν· Η φωνή αύτη δεν έγεινε δι’ εμέ, αλλά διά σας.  Τώρα είναι κρίσις του κόσμου τούτου, τώρα ο άρχων του κόσμου τούτου θέλει εκβληθή έξω.

Και εγώ εάν υψωθώ εκ της γης, θέλω ελκύσει πάντας προς εμαυτόν.  Τούτο δε έλεγε, δεικνύων με ποίον θάνατον έμελλε να αποθάνη.

Απεκρίθη προς αυτόν ο όχλος· Ημείς ηκούσαμεν εκ του νόμου ότι ο Χριστός μένει εις τον αιώνα, και πώς συ λέγεις ότι πρέπει να υψωθή ο Υιός του ανθρώπου; Τις είναι ούτος ο Υιός του ανθρώπου;

Είπε λοιπόν προς αυτούς ο Ιησούς· Έτι ολίγον καιρόν το φως είναι μεθ’ υμών· περιπατείτε ενόσω έχετε το φως, δια να μη σας καταφθάση το σκότος· και όστις περιπατεί εν τω σκότει δεν εξεύρει πού υπάγει. Ενόσω έχετε το φως, πιστεύετε εις το φως, δια να γίνετε υιοί του φωτός.

Ταύτα ελάλησεν ο Ιησούς, και απελθών εκρύφθη απ’ αυτών». (Κατά Ιωάννην 12: 27-36)

Στα ανωτέρω εδάφια του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, ο Ιησούς φέρεται να είναι ταραγμένος, προφανώς διότι γνώριζε ότι πλησίαζε η ώρα να συλληφθεί, και αναρωτιόταν “τι να είπω”;  Κι αφού ζήτησε από το Πατέρα Θεό να σωθεί από εκείνη την ώρα, αμέσως θυμήθηκε ότι γι’ αυτή την ώρα είχε έλθει στον κόσμο.

Η επόμενη φράση, ότι ακούστηκε φωνή εξ ουρανού, βοά νοθεία.  Ο Ιησούς, λοιπόν, αφού άκουσε φωνή ενίσχυσης εξ’ ουρανού και στη συνέχεια λάλησε όσα δυσνόητα ή εντελώς ακατανόητα είπε ( ότι ο φως θα έφευγε σε λίγο και θα κατέφθανε το σκότος, παρά την “ανάσταση” μετά την οποία θα έλκυε όλους προς τον εαυτό του, όπως είπε…),  κατόπιν “απελθών εκρύβη”

Μα γιατί κρύφτηκε αφού είχε ομολογήσει ότι “δια τούτο ήλθον εις την ώραν ταύτην”, και είχε ακούσει φωνή εξ’ ουρανού ότι έτσι θα δοξαζόταν το όνομα του Θεού; Πότε κρύβεται ένας άνθρωπος; Προφανώς όταν φοβάται κάτι που έρχεται και προσπαθεί να το αποφύγει.

Πάμε τώρα στο παράπονο που εξέφρασε ο Ιησούς πάνω στο Σταυρό που επιβεβαιώνει την ανθρώπινη φύση του.  Ενώ γνώριζε για πιο σκοπό είχε έλθει, παραπονέθηκε στον Πατέρα Θεό γιατί τον εγκατέλειψε!

«Περί δε την ενάτην ώραν ανεβόησεν ο Ιησούς μετά φωνής μεγάλης, λέγων· “Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί;” τουτέστι, “Θεέ μου, Θεέ μου, διά τι με εγκατέλιπες;”» (Κατά Ματθαίον, 27:46)

«Και την ώραν την ενάτην εβόησεν ο Ιησούς μετά φωνής μεγάλης, λέγων· “Ελωί, Ελωί, λαμά σαβαχθανί;” το οποίον μεθερμηνευόμενον είναι, “Θεέ μου, Θεέ μου, δια τι με εγκατέλιπες;”» (Κατά Μάρκον, 15:34)

Εδώ όλως περιέργως βλέπουμε ότι ενώ ο Ιησούς γνώριζε ότι το θέλημα του Θεού ήταν να σταυρωθεί,  στην κρίσιμη  ώρα παραπονιόταν γιατί ο Θεός τον εγκατέλειψε! Και μάλιστα, δεν αποκάλεσε τον Θεό “Πάτερ” όπως έκανε πάντοτε στις προσευχές του, αλλά χρησιμοποίησε  τη λέξη “Ηλί” ή “Ελωί”, κάτι που έκανε τους παριστάμενους να τον ειρωνεύονται ότι φωνάζει τον Ηλία.

«Και τινές των εκεί εστώτων ακούσαντες, έλεγον ότι τον Ηλίαν φωνάζει ούτος. Και ευθύς έδραμεν εις εξ αυτών και λαβών σπόγγον και γεμίσας όξους και περιθέσας εις κάλαμον επότιζεν αυτόν. Οι δε λοιποί έλεγον· Άφες, ας ίδωμεν αν έρχηται ο Ηλίας να σώση αυτόν». (Κατά Ματθαίον 27: 47-49)

Προκαλεί εντύπωση το ότι οι άλλοι δύο Ευαγγελιστές, ο Λουκάς και ο Ιωάννης, δεν κάνουν καμία αναφορά στη σημαντική αυτή έκκληση του Ιησού στον “Ηλί” ή “Ελωί” πάνω στο Σταυρό, προτού παραδώσει το πνεύμα του. Αντ’ αυτών, ο Ευαγγελιστής Λουκάς γράφει:

«Και φωνάξας με φωνήν μεγάλην ο Ιησούς είπε· Πάτερ, εις χείρας σου παραδίδω το πνεύμα μου· και ταύτα ειπών εξέπνευσεν». (Κατά Λουκάν 23:46)

Ο δε Ευαγγελιστής Ιωάννης περιγράφει την τελευταία στιγμή του Ιησού με μια λέξη: “τετέλεσται” , αφού προηγουμένως είχε φροντίσει  να αναλάβει τη μητέρα του ο αγαπημένος του μαθητής, ο Ιωάννης. 

«Ο Ιησούς λοιπόν, ως είδε την μητέρα και τον μαθητήν παριστάμενον, τον οποίον ηγάπα, λέγει προς την μητέρα αυτού· Γύναι, ιδού ο υιός σου.  Έπειτα λέγει προς τον μαθητήν· Ιδού η μήτηρ σου. Και απ’ εκείνης της ώρας έλαβεν αυτήν ο μαθητής εις την οικίαν αυτού. 

Μετά τούτο γινώσκων ο Ιησούς ότι πάντα ήδη ετελέσθησαν, δια να πληρωθή η γραφή, λέγει· Διψώ.  Έκειτο δε εκεί αγγείον πλήρες όξους· και εκείνοι γεμίσαντες σπόγγον από όξους και περιθέσαντες εις ύσσωπον προσέφεραν εις το στόμα αυτού.  Ότε λοιπόν έλαβε το όξος ο Ιησούς, είπε, Τετέλεσται· και κλίνας την κεφαλήν παρέδωκε το πνεύμα». (Κατά Ιωάννην 19: 26-30)

Περισσότερα περιστατικά όπου ο Ιησούς αναφέρεται στον εαυτό του ως “Υιό του ανθρώπου”  θα βρείτε εδώ.

Tags: Ελωί, Ευαγγέλια, Ιησούς Χριστός, πνεύμα, Σταύρωση, τετέλεσται, υιός ανθρώπου