Αναδημοσίευση άρθρου της 10ης Ιουλίου 2012 – Από τότε, ελπίζω πολλά να έχουν αλλάξει προς το καλύτερο…

Την είπαν “Αρχόντισσα του Ιονίου” και το γεγονός ότι δεν είχα πατήσει το πόδι μου στο καταπράσινο “Νησί των Φαιάκων” μ’ έκανε να νιώθω κάπως μειονεκτικά εδώ και χρόνια. Έτσι φέτος αποφάσισα να δραπετεύσω επί τέλους στ’ όνειρο! Σε τούτο το άρθρο, όμως, δεν θ’ αναφερθώ στις ομορφιές του νησιού που αναμφίβολα υπάρχουν και είναι μοναδικές. Άλλωστε στο Διαδίκτυο υπάρχουν εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες, ιστοσελίδες που περιγράφουν με λόγια και πιστοποιούν με φωτογραφίες το απαράμιλλο φυσικό κάλλος του νησιού και την πλούσια πολιτιστική κληρονομιά του. Στόχος μου είναι να επισημάνω μερικές ελλείψεις που υπάρχουν – ελλείψεις που ταλαιπωρούν και αποθαρρύνουν τους τουρίστες, δυσκολεύοντας τις διακοπές τους στην Κέρκυρα. Ευελπιστώ να δώσω ερεθίσματα σε κάποιους αρμόδιους για διόρθωση μερικών κακώς κειμένων.
Έφτασα στο αεροδρόμιο “Ιωάννης Καποδίστριας” της Κέρκυρας τη Δευτέρα 30 Ιουνίου 2012, στις 6:30 το πρωί, και αναζήτησα ταξί για με μεταφέρει στο ξενοδοχείο που είχα κλείσει δωμάτιο, στον Άγιο Γιάννη Περιστερών, κάπου τρία χιλιόμετρα μετά από τις Μπενίτσες.
Μου έκανε εντύπωση που ένα αεροδρόμιο με τεράστια κίνηση όπως αυτό δεν έχει λεωφορειακή σύνδεση ούτε με το υπεραστικό ΚΤΕΛ της Κέρκυρας που βρίσκεται κοντά στο λιμάνι, ούτε με άλλους δημοφιλείς προορισμούς στο νησί. Υπάρχει μόνο λεωφορειακή γραμμή Αεροδρόμιο – Πόλη. Έτσι ο τουρίστας που φτάνει με τις αποσκευές του στο αεροδρόμιο “Ιωάννης Καποδίστριας” , και δεν έχει προορισμό το κέντρο της πόλης, έχει δύο μόνο επιλογές: Ή να πάρει ταξί, κι αν πηγαίνει ας πούμε, στον Κάβο ή στο Σιδάρι να του στοιχίσει περισσότερο απ’ όσα πλήρωσε για την πτήση του, ή να νοικιάσει αυτοκίνητο σε αλμυρή τιμή από τα γραφεία ενοικίασης που βρίσκονται μέσα στο αεροδρόμιο. Τα υπεραστικά (πράσινα) λεωφορεία του ΚΤΕΛ και τα αστικά (μπλε) που εξυπηρετούν τη νοτιοανατολική πλευρά του νησιού περνάνε κάπου ενάμιση χιλιόμετρο μακριά από την είσοδο του αεροδρομίου, ενώ με μια παράκαμψη θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν χιλιάδες τουρίστες, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της ημέρας, διότι μετά τις 10 το βράδυ δεν κινείται τίποτα, ενώ αεροπλάνα καταφτάνουν επί εικοσειτετραώρου βάσεως. Οι δρόμοι υπάρχουν, κι όμως τα λεωφορεία βλέπουν το αεροδρόμιο περιφρονητικά από απόσταση. Θα μπορούσαν τουλάχιστον οι αρχές να έχουν ένα λεωφορείο που να συνδέει το αεροδρόμιο με το σταθμό των υπεραστικών ΚΤΕΛ στην πόλη της Κέρκυρας, αλλά προς το παρόν δεν το έχουν κάνει.
Όπως το περίμενα, στο ξενοδοχείο μου είπαν ότι το δωμάτιό μου θα ήταν διαθέσιμο μετά τις δώδεκα. Έτσι άφησα τις βαλίτσες μου στη ρεσεψιόν και ξεκίνησα για την πόλη της Κέρκυρας. Το αστικό λεωφορείο είχε το τέρμα του καμιά διακοσαριά μέτρα από το ξενοδοχείο, κι έτσι περπάτησα μέχρι εκεί. Ο δρόμος στενός, τα πεζοδρόμια ανύπαρκτα κι έπρεπε να περπατάς στριμωγμένος στις μάντρες ή τους φράχτες, ή ν’ ακροβατείς στην άκρη γκρεμού, για να μη σε πατήσει κανένα αυτοκίνητο. Έψαξα για να βρω πινακίδα για τη στάση-τέρμα του λεωφορείου αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Αργότερα θα διαπίστωνα ότι αυτό ήταν ο κανόνας κι όχι η εξαίρεση. Μ’ άλλα λόγια, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ ΣΤΙΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ! Και φυσικά δεν υπάρχουν πίνακες δρομολογίων, ούτε στέγαστρα για λίγη σκιά, ούτε παγκάκι ώστε να περιμένει ο τουρίστας το λεωφορείο (1, 1:30, και 2 ώρες!) κάτω από υποφερτές συνθήκες. Για ευπαθή άτομα, μικρά παιδιά, ηλικιωμένους ή άτομα με ειδικές ανάγκες, η μετακίνηση με λεωφορεία στην Κέρκυρα είναι απαγορευτική. Πλήρωσα το εισιτήριο στον οδηγό στην τιμή των 1.70€ αντί για 1.30€ που ήταν η κανονική τιμή. Ρωτώντας έμαθα ότι τα 40 λεπτά επιπλέον ήταν πέναλτι (!) για όσους δεν είχαν αγοράσει εισιτήριο απέξω και χασομερούσαν τον οδηγό! Από πού να το είχαν αγοράσει; Μου είπαν ότι τα πωλούσαν σε κάποια σουπερμάρκετ και σε μερικά ξενοδοχεία, που όμως τα διέθεταν μόνο στους δικούς τους πελάτες. Ατυχώς στο δικό μου ξενοδοχείο δεν διέθεταν εισιτήρια!
Φτάνοντας στη πόλη της Κέρκυρας το πρώτο μου μέλημα ήταν ν’ αγοράσω εισιτήρια από το εκδοτήριο εισιτηρίων που βρισκόταν στην πλατεία Σαν Ρόκκο. Εκεί ήλθα αντιμέτωπη με το κυκλοφοριακό χάος που υπάρχει και νόμισα ότι βρισκόμουν κάπου στην Αχαρνών. Σε πολλά σημεία αυτοκίνητα και μηχανάκια, διπλοπαρκαρισμένα παραλλήλως, διαγωνίως και καθέτως, έκαναν την πρόσβαση στα πεζοδρόμια σχεδόν αδύνατη. Οπότε ήσουν αναγκασμένος να περπατάς στο δρόμο στριμωγμένος σε δαύτα για να μη σε πατήσει κανένα αυτοκίνητο. Τροχονόμος δεν υπήρχε πουθενά! Μετ’ εμποδίων προσπάθησα να κάνω μια βόλτα στα πέριξ για “αναγνώριση εδάφους” – ρωτώντας πας στην πόλη! Έψαχνα επίσης να βρω τουριστικό γραφείο για πληροφορίες ως προς τα αξιοθέατα του νησιού και οργανωμένες εκδρομές για sight-seeing ή μικρές κρουαζιέρες. Περπατώντας εδώ κι εκεί είδα μια πινακίδα στο ισόγειο ενός υπό κατάρρευση κτιρίου που έγραφε: “ TOURIST INFORMATION – MINISTRY OF TOURISM – GREEK NATIONAL TOURISM ORGANIZATION”. “Ευτυχώς”, σκέφτηκα, “βρήκα το κατάλληλο γραφείο για να με καθοδηγήσουν!”
Έψαξα να βρω πόρτα για να μπω μέσα αλλά πόρτα δεν άνοιγε. Ένας τουρίστας από την άλλη πλευρά είχε βάλει τη μύτη του στο τζάμι και προσπαθούσε να καταλάβει αν ήταν κανείς μέσα. Στην απέναντι γωνία βρισκόταν ένα δημόσιο κτίριο. Πλησιάζω να δω τι ήταν κι ερωτώ κάποιον που στεκόταν στα σκαλοπάτια της εισόδου: “Τι είναι εδώ;” τον ρώτησα. “Το Δημαρχείο”, μου απαντάει. “Κι απέναντι αυτή η πινακίδα τι σημαίνει;” τον ρωτάω. “Α, ναι, κάποτε ήταν γραφείο πληροφόρησης τουριστών, αλλά έχει κλείσει εδώ και καιρό”. “Και τότε γιατί δεν βγάζετε και την πινακίδα ώστε να μην προβληματίζονται οι τουρίστες και ψάχνουν να βρουν πόρτα για να μπουν;” “Ε, τι να κάνουμε, δεν την έβγαλαν”, μου απαντάει, ασυγκίνητος από τη δική μου απογοήτευση. Παραθέτω σχετικές φωτογραφίες για επαλήθευση.

Προχωρώντας προς την κεντρική μεγάλη πλατεία της Κέρκυρας είδα κάπου το “κόκκινο τρενάκι” παρκαρισμένο. Έτρεξα να το προλάβω, αλλά διαπίστωσα ότι θα έφευγε στις 11.00 π.μ. Έπρεπε να περιμένω σχεδόν μια ώρα. Το εισιτήριο ήταν 5€. Έκανα μια βόλτα στην πλατεία και βρήκα κάποιες άμαξες που περίμεναν πελάτες για να τους ξεναγήσουν στην πόλη. “Πόσο στοιχίζει η βόλτα;” ρώτησα έναν απ’ αυτούς. “Σαράντα ευρώ, αλλά επειδή είσαι μόνη σου θα σε χρεώσω τριάντα.” “Όχι δεν θα πάρω, ευχαριστώ. Θα περιμένω το τρενάκι”, του απάντησα. “Αν δεν συμπληρώσει τουλάχιστον είκοσι άτομα, δε φεύγει, και θα περιμένεις μέχρι τις δώδεκα”, μου είπε. “Δεν πειράζει, ας περιμένω”, του απάντησα, κι έφυγα κάνοντας μια βόλτα στη μεγάλη πλατεία της Κέρκυρας. Έβγαλα μερικές φωτογραφίες, και κάθισα να ξεκουραστώ σ’ ένα παγκάκι. Σε λίγο είδα τουρίστες να συγκεντρώνονται στο “κόκκινο τρενάκι” κι έσπευσα κι εγώ να πιάσω μια καλή θέση για να μη μου ξεφύγει τίποτα. Εκτός από τον οδηγό, μας συνόδευε και μια ξεναγός. Προς μεγάλη μου έκπληξη, όμως, διαπίστωσα ότι η συμβολή της ήταν απλώς να συγκεντρώσει τα χρήματα από τους επιβάτες-τουρίστες.
Στις έντεκα ακριβώς ξεκίνησε το ανοιχτό τρενάκι για την περιήγηση διάρκειας 45 λεπτών. Καθ’ οδόν ο οδηγός σταμάτησε 4 φορές και η συνοδός έβγαινε από το όχημα, πήγαινε μπροστά δίπλα στον οδηγό και διαπληκτιζόταν μαζί του. Προσπαθώντας να καταλάβω τι συνέβαινε, αντιλήφθηκα ότι ο καυγάς ήταν για μια κασέτα που εξηγούσε τα μέρη από τα οποία περνούσε το τρενάκι, και την οποία ο οδηγός δεν είχε βάλει να παίξει. Όταν τελικά την έβαλε να παίξει, η κασέτα έλεγε άλλα αντ’ άλλων, διότι είχαμε ήδη προσπεράσει αυτά που περιέγραφε. Ακολούθησε νέο σταμάτημα, νέοι διαπληκτισμοί του οδηγού με την παρ’ ολίγο ξεναγό, και πάλι η κασέτα. Όμως η αφιλότιμη δεν έλεγε να συντονιστεί με τη διαδρομή. Πιο κάτω έγινε και τρίτη και τέταρτη αποτυχημένη προσπάθεια, πάντα με σταμάτημα, έξοδο της παρ’ ολίγον ξεναγού και διαπληκτισμούς. Οι τουρίστες κοίταζαν αποσβολωμένοι, ανήμποροι να καταλάβουν το τι συνέβαινε. Στο τέλος, οδηγός και συνοδός παραιτήθηκαν από την προσπάθεια και προχωρούσαμε στα μουγκά! Ήμουνα η μόνη Ελληνίδα στο τρενάκι και ντράπηκα για λογαριασμό μας.
Εδώ ας μου επιτραπεί να κάνω μια παρένθεση και σύγκριση με τον επαγγελματισμό νεαρής Αλβανίδας ξεναγού που μ’ εντυπωσίασε ξεναγώντας μας επί τρεις ώρες σε άπταιστα Αγγλικά – χωρίς κασέτες, χωρίς βιβλίο, χωρίς σημειώσεις – κατά την επίσκεψή μου στην Αλβανία τη μεθεπόμενη μέρα. Ξέχασα να σας πω ότι η διαδρομή με το τρενάκι δεν ήταν και τόσο άνετη, αφού ταρακουνιόμασταν καθώς περνούσαμε από μπαλωμένα και ανώμαλα οδοστρώματα. Οι δρόμοι της Κέρκυρας χρειάζονται εσπευσμένα μια καλή συντήρηση!
Την Τρίτη πήρα το αστικό λεωφορείο για τις Μπενίτσες, με την πρόθεση να κλείσω κάποιες τοπικές εκδρομές με γκρουπ. Είχα μάθει ότι από το λιμάνι της ξεκινούν μικρά καραβάκια που εκτελούν ολοήμερες κρουαζιέρες στα γύρω νησιά και σε διάφορες παραλίες της Κέρκυρας. Ψάχνοντας στα καταστήματα του γραφικού πεζόδρομου, βρήκα ένα γραφείο στη βιτρίνα του οποίου διαφήμιζε τις “Ionian Cruises”. Μπήκα μέσα και εξήγησα στον κύριο που καθόταν στο γραφείο τι ζητούσα. Μου έδωσε την εντύπωση ότι βαριόταν να μιλήσει ή ότι ήταν αφηρημένος. Με το τσιμπίδι κατάφερα να του αποσπάσω την πληροφορία ότι σε διαφορετικές ημέρες της εβδομάδας γίνονταν κρουαζιέρες για την Αλβανία, για Πάργα-Παξούς, για Σύβοτα, και για Σπηλιές-Παξούς-Αντίπαξους. Μου ανέφερε τις τιμές και του είπα ότι ενδιαφερόμουνα για τις τρεις απ’ αυτές. Ο πράκτορας, όμως, συνέχιζε να δείχνει μια περίεργη και προκλητική απροθυμία να μ’ εξυπηρετήσει. Αντ’ αυτού, χρονοτριβούσε στο τηλέφωνο, έπιανε κουβέντα με κάποιον περαστικό που έμπαινε μέσα για να τον χαιρετήσει, και με άφηνε να περιμένω.
Προσπαθώντας ν’ αυτοσυγκρατηθώ, περίμενα καρτερικά τον πράκτορα να προχωρήσει στην επόμενη ενέργεια, να μου κόψει δηλαδή τα σχετικά εισιτήρια, αλλά εις μάτην. Για κάποιο λόγο δεν ήμουν η κατάλληλη πελάτισσα. Αφού χρονοτρίβησε πάνω από 45 λεπτά, με τη μια ή την άλλη δικαιολογία, μου είπε: “Επειδή ενδιαφέρεσαι για πολλές εκδρομές θα σε στείλω σ’ έναν άλλο πράκτορα που κάνει περισσότερες και να του ζητήσεις να σου κάνει και έκπτωση.” “Μα τι είναι αυτά που λέτε; Είστε τόσο καλός άνθρωπος ώστε να διώχνετε πελάτες για το καλό τους;” “Ελληνίδα είσαι”, μου λέει, “κι ό,τι μπορούμε κάνουμε για να σας ευχαριστήσουμε.” Σας ομολογώ ότι τον πίστεψα. “Ευχαριστώ πολύ”, του απάντησα, παρακαλώντας τον αν μπορούσε να κάνει κι ένα τηλεφώνημα στον άλλο πράκτορα για να με προσέξει. “Όχι, αυτό δεν μπορώ να το κάνω” μου απάντησε. “Πού είναι λοιπόν αυτό το τουριστικό πρακτορείο;”, τον ρώτησα. “Να, θα περπατήσεις κάνα χιλιόμετρο έως την άκρη της πόλης και θα το βρεις δίπλα από μια ταβέρνα που ονομάζεται… Όλοι γνωρίζουν αυτή την ταβέρνα.” “Ένα χιλιόμετρο μ’ αυτή τη ζέστη;” ψέλλισα, αλλά ο πράκτορας δεν συγκινήθηκε.
Περπάτησα βαριά κι αποσταμένα αυτό το χιλιόμετρο κάτω από φοβερή ζέστη, άπνοια και υγρασία, βρήκα την ταβέρνα τάδε, αλλά το τουριστικό πρακτορείο δίπλα ήταν κλειστό. Ρώτησα κάποιον στο απέναντι μαγαζί, που έβαζε πάγο στο χέρι του γιατί τον είχε τσιμπήσει μια σφήκα και ήταν πρησμένο για δεύτερη μέρα – παρεμπιπτόντως αφθονούν οι σφήκες στην Κέρκυρα και είναι άκρως επιθετικές και επίμονες – και είπε ότι μάλλον δεν λειτουργούσε διότι ήταν κλειστό για πολλές ημέρες. Απογοητευμένη στο έπακρο με την παραπληροφόρηση του πρώτου πράκτορα, άρπαξα το πρώτο ταξί που βρήκα μπροστά μου και του ζήτησα να με πάει στα Μοραΐτικα, όπου είχα ακούσει ότι υπήρχαν επίσης τουριστικά γραφεία που έκαναν εκδρομές. Ο καινούργιος πράκτορας πωλούσε τα ίδια πακέτα των “Ionian Cruises”, σε υψηλότερες όμως τιμές. Επιπλέον χρέωνε και 8€ για να σε πάρει το πούλμαν από το ξενοδοχείο. Τον ευχαρίστησα, ζήτησα την κάρτα του και είπα θα το σκεφτώ.
Κατόπιν αναζήτησα την πλησιέστερη στάση του υπεραστικού λεωφορείου για την επιστροφή μου στο ξενοδοχείο. Ήταν η ώρα δύο το μεσημέρι κι ο ήλιος έκαιγε υπερβολικά. Κατά το πάγιο, όπως είχα ανακαλύψει, έθιμο του νησιού, δεν υπήρχε ούτε πινακίδα στάσης, ούτε φυσικά κατάλογος δρομολογίων, ούτε στέγαστρο ούτε κάθισμα. Η συμβουλή μου: Αν πρόκειται να πάτε Ιούλιο ή Αύγουστο στην Κέρκυρα με σκοπό να τη δείτε χρησιμοποιώντας τ’ αστικά ή υπεραστικά λεωφορεία, πρέπει να κάνετε προηγουμένως καρδιολογικές εξετάσεις, τεστ κοπώσεως, κλπ. για να βεβαιωθείτε ότι θ’ αντέξετε τις ατέλειωτες αναμονές για τα λεωφορεία του ΚΤΕΛ, όρθιοι μέσα στο λιοπύρι! Δεν υπερβάλλω, ούτε αστειεύομαι.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ετοιμάστηκα πάλι για τις Μπενίτσες. Είχα ανοιχτούς λογαριασμούς κι έπρεπε να τους κλείσω. Ήθελα οπωσδήποτε να ζητήσω το λόγο από τον πράκτορα που με είχε ξεφορτωθεί το μεσημέρι, ξαποστέλνοντάς με σε άλλον “καλύτερο” που ήταν κλειστός. Ξανά η ίδια ταλαιπωρία αναμονής όρθια στο λιοπύρι για το λεωφορείο… Όμως “τ’ αγαθά κόποις κτώνται” σκεπτόμουνα και παρηγοριόμουνα. Άλλωστε τι τον βρίσκει τον άνθρωπο και δεν το περνάει; Έφτασα στο τουριστικό γραφείο που με είχε αποπέμψει για το “καλό” μου και θυμωμένη του είπα ότι το πρακτορείο στο οποίο με έστειλε ήταν κλειστό. “Όχι” μου λέει, “αποκλείεται!” Και συνέχισε, “Γιατί δεν πήγες δίπλα στην ταβέρνα να τον αναζητήσεις; Δική του είναι.” “Μα δεν μου το είπατε αυτό. Μου είπατε απλά ότι το τουριστικό πρακτορείο είναι δίπλα στην τάδε ταβέρνα. Πού να φανταστώ εγώ ότι και η ταβέρνα ανήκει στο ίδιο;” “Πήγαινε τώρα, θα είναι ανοιχτός” μου λέει. “Παρακαλώ κάντε ένα τηλεφώνημα να δούμε αν είναι εκεί διότι δεν μπορώ να ξανακάνω ποδαρόδρομο ενός χιλιομέτρου για το τίποτα. Αρκετά έχω ταλαιπωρηθεί”. “ Όχι” μου λέει, “δεν μπορώ να τηλεφωνήσω εγώ.”
Με βαριά καρδιά αλλά αποφασισμένη να κλείσω κάποια μίνι-κρουαζιέρα για την επομένη, πήρα το δρόμο για τον καλύτερο πράκτορα. Αυτή τη φορά βρήκα το ταξιδιωτικό πρακτορείο ανοιχτό αλλά ψυχή δεν υπήρχε μέσα. Πήγα στην ταβέρνα δίπλα και ρώτησα μια σερβιτόρα αν υπάρχει κανείς στο τουριστικό γραφείο. “Πηγαίνετε δίπλα και ο πράκτορας θα έλθει σε λίγο”, μου απάντησε. Χωρίς αντίρρηση ή χρονοτριβή επέστρεψα στο γραφείο. Σωριάστηκα σ’ έναν καναπέ και περίμενα υπομονετικά. Άλλωστε χρειαζόμουνα και λίγη ξεκούραση. Όταν ήλθε ο πράκτορας έδειχνε νευρικός και βιαστικός. Φαίνεται τον είχα διακόψει από πιο κερδοφόρα δουλειά που είχε στην ταβέρνα του. Του είπα ότι ήθελα να πάω σε κάποιες κρουαζιέρες και οργανωμένες εκδρομές για να δω το νησί και τα πέριξ, αφού δεν είχα νοικιάσει αυτοκίνητο. Μου απάντησε χωρίς περιστροφές ότι αυτά τα πακέτα είναι μόνο για τους ξένους τουρίστες και δεν του πάει η καρδιά να ξεγελάσει τους συμπατριώτες του τους Έλληνες!
“Μπορείς” μου είπε, “να γυρίσεις όλο το νησί με λεωφορεία του ΚΤΕΛ και να ξοδέψεις λιγότερα. Όσο για τους Παξούς και την Αλβανία , δεν χρειάζεσαι κρουαζιέρα. Πήγαινε στο λιμάνι της Κέρκυρας και πάρε το πλοίο της γραμμής να σε πάει όπου θέλεις. Αυτά συμβουλεύω σε όλους τους Έλληνες που μου ζητάνε πακέτα. Δεν θέλω να τους ξεγελάω και να τους παίρνω τα λεφτά.” “Μα δεν είναι δυνατόν να τα προφτάσω όλ’ αυτά, δεν έχω αρκετές ημέρες. Άλλωστε οι αποστάσεις είναι μεγάλες και τα υπεραστικά λεωφορεία περνούν κάθε μιάμιση ή δύο ώρες. Αφήστε που πρέπει να πηγαίνω πάντα στο κέντρο της Κέρκυρας για ν’ αλλάζω προορισμό. Γι’ αυτό προτιμώ να ενταχθώ σε κάποιο οργανωμένο γκρουπ. Μιλάω Αγγλικά, κι έτσι μπορώ να καταλαβαίνω τον Αγγλόφωνο ξεναγό.” Πριν όμως προλάβω να τελειώσω τη φράση μου, ο καλός πράκτορας είχε εξαφανιστεί στην ταβέρνα του, χωρίς να πει ούτε ένα “γεια σου”, ούτε συγνώμη. Έμεινα για λίγα λεπτά σύξυλη πριν βρω το κουράγιο να επιστρέψω άπρακτη στο ξενοδοχείο. Την Τετάρτη πήγα στην Κέρκυρα πρωί πρωί, κι από κει, με πολλή ταλαιπωρία βρήκα την άκρη και πρόφτασα μια κρουαζιέρα στην Αλβανία.
Την Πέμπτη δεν είχα κάνει κανένα πρόγραμμα. Κατέβηκα στην τραπεζαρία για το πρωινό μου αργά, και γύρω στις 10 π.μ. ήμουνα στη ρεσεψιόν. Εκεί συνάντησα ένα ζευγάρι υπερπολυτέκνων που είχα γνωρίσει στη θάλασσα, με τα δύο τελευταία από τα ένεκα (11) παιδιά τους και με προσκάλεσαν να πάω στο Αχίλλειο μαζί τους. Δέχτηκα μ’ ευγνωμοσύνη την ευγενική πρόσκληση, και πήγαμε στο Αχίλλειο όπου γινόταν χαμός από τα πούλμαν και τα Ι.Χ. Μπήκαμε, βγήκαμε, φωτογραφήσαμε και φωτογραφηθήκαμε, και γρήγορα πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Η οικογένεια ήθελε να κάνει το μεσημεριανό της μπάνιο πριν από το φαγητό. Την επομένη θα επέστρεφαν στη Θεσσαλονίκη. Κάτω από τον πιεσμένο χρόνο, χρειαζόταν ίσως κάποιο θράσος εκ μέρους μου να τους ζητήσω να σταματήσουν στις Μπενίτσες για να δω τον αρχικό πράκτορα που με είχε στείλει στο δεύτερο για το “καλό” μου. Το διακινδύνευσα, όμως, και οι άνθρωποι δέχτηκαν να μ’ εξυπηρετήσουν. Μπήκα μέσα σχεδόν τρέχοντας και είπα ότι θα έγραφα για το πώς μου συμπεριφέρθηκαν ο ίδιος και ο άλλος στον οποίο με είχε παραπέμψει και θα το δημοσίευα στο Internet.
Φοβισμένος ο πράκτορας άρχισε να ψελλίζει: “Δεν φταίμε εμείς! Μη γράφεις τίποτα. Αυτά τα πράγματα έπρεπε να τα διοργανώνουν οι Δήμοι.” “Δεν ξέρω τι μου λες. Πες μου πότε έχει κρουαζιέρα για Παξούς; “Αύριο”, μου απαντάει. “Βγάλε μου σε παρακαλώ αμέσως εισιτήριο διότι με περιμένουν έξω στον ήλιο άνθρωποι με μικρά παιδιά.” Φοβισμένος τώρα ο πράκτορας με ρώτησε ποιο ήταν τ’ όνομά μου και πού έμενα ώστε να περνούσε το πούλμαν να με πάρει από το ξενοδοχείο χωρίς έξτρα χρέωση. Τα έγραψε πάνω στην απόδειξη και μου ζήτησε 25€. Στον πανικό μου για να μην καθυστερήσω και ταλαιπωρήσω περισσότερο τους ανθρώπους που με περίμεναν, έχοντας μάλιστα βγει από το αυτοκίνητό τους, ήλεγξα μόνο τ’ όνομα, τον προορισμό και την ημερομηνία της κρουαζιέρας. Σα να ήμουν υπνωτισμένη, δεν είδα ότι εκεί που ήταν η θέση για την τιμή σε ευρώ έγραψε “ένα άτομο”, κι εκεί που ήταν η θέση για ολογράφως έγραψε πάλι “ένα άτομο”. Επίσης, στο εισιτήριο δεν υπήρχε τ’ όνομα του πρακτορείου, παρά μόνο μια τζίφρα του πράκτορα.
Αυτά, δυστυχώς, τ’ ανακάλυψα αργά το βράδυ, όταν είχα επιστρέψει στο ξενοδοχείο. Αναρωτήθηκα αν θα συναντούσα προβλήματα κατά την επιβίβαση τόσο στο πούλμαν όσο και στο καράβι, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Ήταν αργά πια για οποιαδήποτε ενέργεια. Είχα μόλις αρχίσει να καταλαβαίνω γιατί και οι δύο πράκτορες δεν ήθελαν να μ’ εξυπηρετήσουν. Το ένστικτο τους έλεγε ότι υπήρχε ρίσκο. Μωρέ μπράβο ένστικτο! Το μόνο που με παρηγορούσε ήταν το γεγονός ότι ο πράκτορας μπροστά μου είχε τηλεφωνήσει στις “Ionian Cruises”, λέγοντας, “Το πρωί θα πάρετε ένα άτομο από το ξενοδοχείο τάδε για Παξούς.” Δεν τους ανέφερε καν τ’ όνομά μου ή το φύλο μου.
Το πρωί της Παρασκευής το πούλμαν πέρασε στην ώρα του μπροστά από το ξενοδοχείο και με παρέλαβε χωρίς κανείς να μου ζητήσει την απόδειξη. Το πούλμαν, αφού γέμισε με τουρίστες που μάζεψε από κάθε σοκάκι του χωριού Μεσογγί, κατευθύνθηκε προς τη Λευκίμμη απ’ όπου θα παίρναμε το καραβάκι που είχε ξεκινήσει από το Λιμάνι της Κέρκυρας. Η αγωνία μου κορυφωνόταν καθώς η ώρα πλησίαζε και το καράβι φαινόταν να καταφτάνει. Κρατούσα στο χέρι μια πέρα για πέρα άκυρη απόδειξη πληρωμής. Η τιμή που είχα πληρώσει δεν ήταν γραμμένη πουθενά και ούτε τ’ όνομα του πρακτορείου δεν φαινόταν στην ψευτοαπόδειξη. Είχα προσπαθήσει προηγουμένως να βρω φωτοαντιγραφικό για να την απαθανατίσω πριν μου την πάρουν, αλλά στάθηκε αδύνατο. Όταν πλησίασε το καράβι διαπίστωσα ότι και τα δύο καταστρώματα ήταν κατάμεστα από κόσμο κι αναρωτήθηκα πού θα χωρούσαν πενήντα επιπλέον άτομα που είχαμε βγει από το πούλμαν.
Αυτός ήταν άραγε ο λόγος της πλαστής απόδειξης, δηλαδή να μη φαίνεται πουθενά ότι το καράβι είχε πάρει περισσότερα άτομα απ’ όσα του επέτρεπε ο κανονισμός; Ή ήταν απλά θέμα φοροδιαφυγής; Μάλλον και τα δύο. Μπήκα στην ουρά για την επιβίβαση στο καράβι και είχα τα μάτια μου ορθάνοιχτα για να παρατηρήσω τι είδους αποδείξεις έδιναν οι πριν από μένα. Τρεις αποδείξεις που κατάφερα να δω, επειδή τις κρατούσαν ανοιχτές, ήταν έγκυρες, τρυπημένες από την εφορία με την τιμή αριθμητικώς και ολογράφως αναγραμμένη σ’ αυτές. Η τέταρτη που παρατήρησα που κρατούσε ο επιβάτης πίσω από μένα ήταν απόδειξη-μαϊμού, σαν και τη δικιά μου, χωρίς τιμή, και ατρύπητη. Όταν επέδωσα την ψευτοαπόδειξη στον εισπράκτορα του πλοίου εκείνος την πήρε χωρίς να την ελέγξει. Το ίδιο έκανε και με τον επόμενο επιβάτη με την παρόμοια απόδειξη-μαϊμού. Κατάλαβα ότι μετρούσαν μόνο κεφάλια και γνώριζαν ότι ένα ποσοστό από τις αποδείξεις-εισιτήρια ήταν ‘μαϊμούδες’.
Η καρδιά μου πήγε στη θέση της μόνο όταν πέρασα μέσα στο καράβι. Είχα πάρει μία κάρτα επιβίβασης όπως όλοι οι άλλοι επιβάτες και η αμαρτία είχε κουκουλωθεί. Το μόνο πρόβλημα θα ήταν σε περίπτωση ατυχήματος, όπου δεν θα ήμουν καλυμμένη από καμία ασφάλεια, διότι ήμουν ανύπαρκτη στις επίσημες λίστες των επιβατών. Αλλά αυτό ούτε που ήθελα να το σκέπτομαι. Η κρουαζιέρα ήταν ευχάριστη, η θάλασσα ήρεμη, οι Παξοί πανέμορφοι, οι σπηλιές γύρω από τους Παξούς επιβλητικές, και είχαμε την τύχη να δούμε κι ένα δελφίνι που μας ακολουθούσε λικνιζόμενο μέσα-έξω από το νερό! Η έκσταση κορυφώθηκε όταν το καράβι προσάραξε στους Αντίπαξους και οι τουρίστες άρχισαν να πηδούν στα γαλαζοπράσινα νερά του Ιονίου για ένα σύντομο κολύμπι. Το θέαμα μ’ έκανε να ξεχάσω όλη την προηγούμενη ταλαιπωρία και να συμμετάσχω στο υπέροχο πανηγύρι της ζωής σε όλο του το μεγαλείο. Αργά το βράδυ το πούλμαν μας επέστρεψε στα ξενοδοχεία μας, και οι ευχάριστες αναμνήσεις είχαν εντελώς επισκιάσει τις δυσάρεστες.
Την επομένη, Σάββατο, ήταν η σειρά της Παλαιοκαστρίτσας. Είχα ακούσει τόσα πολλά που δεν έπρεπε να τη χάσω. Πάλι όμως η ίδια ταλαιπωρία με τα λεωφορεία, πάλι ατέλειωτες χαμένες ώρες αναμονής και ορθοστασίας στις στάσεις μέσα στο λιοπύρι. Κι όλα αυτά επειδή κάποιοι “φιλέλληνες” πράκτορες δεν θέλησαν να μ’ εξυπηρετήσουν για το καλό μου. Καμιά φορά αναρωτιέμαι μήπως η ζωή σκόπιμα μ’ εκθέτει σε τέτοιες ταλαιπωρίες ώστε ν’ ανακαλύψω και ν’ αποκαλύψω κάποια κακώς κείμενα. Σε κάθε περίπτωση, με βοηθάει να πιστεύω κάτι τέτοιο παρά να κατηγορώ τον εαυτό μου για λάθος επιλογές.
Στην Παλαιοκαστρίτσα πρόφτασα να πάρω ένα εισιτήριο για μια υπέροχη κρουαζιερίτσα στα πέριξ, με glass-bottom βάρκα, κι αυτό ήταν η αποζημίωσή μου για την ταλαιπωρία μου. Στη συνέχεια ανέβηκα στη Μονή της Παναγίας της Παλαιοκαστρίτσας. Μπήκα στο μοναστήρι να ξαποστάσω και ν’ αυτοσυγκεντρωθώ, αλλά μαζί μου μπήκε κι ένα λυκόσκυλο ψάχνοντας κι αυτό για λίγη δροσιά. Η νεωκόρος που ήταν δίπλα στην πόρτα, κι έσβηνε τα κεριά πριν καλά-καλά ανάψουν, δεν έδειξε να ενοχλείται από τον αβάπτιστο τετράποδο “προσκυνητή”. Φαίνεται ότι ο σκύλος εκκλησιαζόταν τακτικά. Ανοιχτά μυαλά οι Κερκυραίοι σκέφτηκα. Χάζεψα γύρω τη θέα, έβγαλα μερικές φωτογραφίες, και πήρα το δρόμο της επιστροφής. Ο κατήφορος ήταν πιο εύκολος από τον ανήφορο. Γνωστό αυτό. Έκανα έναν περίπατο γύρω και στα δύο λιμάνια της πόλης, έπιασα κουβέντα με κάνα δυο ντόπιους, και η ώρα πέρασε. Έπρεπε να είμαι στη στάση εγκαίρως, να πάρω το προ-τελευταίο λεωφορείο από Παλαιοκαστρίτσα για Κέρκυρα, κι από κει το τελευταίο λεωφορείο για Κάβο. Και πάλι η ίδια ταλαιπωρία αναμονής όρθια στο λιοπύρι…
Και έγινε νύχτα και έγινε πρωί, ημέρα Κυριακή! Πού πάω σήμερα; Αναρωτήθηκα. Το να καθίσω όλη μέρα στο ξενοδοχείο, να κάνω μπάνιο και να ξεκουραστώ δεν μου πήγαινε. Πλήττω να κάθομαι. Εξάλλου είχα ακόμη να δω πολλά και μου έμεναν μόνο δυο μέρες. Τα υπεραστικά λεωφορεία τις Κυριακές είναι σπάνια, κι έτσι έπρεπε να επιλέξω κοντινά μέρη ώστε να μπορώ να κινηθώ με τα αστικά, που κι αυτών τα δρομολόγια ήταν αραιά. Σειρά είχε το Mon Repos, το Κανόνι και το Ποντικονήσι. Στο δρόμο, λοιπόν, και πάλι, με το μόνο μου εφόδιο ένα μπουκάλι νερό. Ας μην περιγράψω πάλι τις συνηθισμένες ταλαιπωρίες με τα λεωφορεία και σας κουράζω. Έφτασα τελικά στο Mon Repos το καταμεσήμερο. Η είσοδος δεν μ’ εντυπωσίασε. Αριστερά ήταν το γραφείο του φύλακα και ακριβώς απέναντί του, δηλαδή στη βιτρίνα της εισόδου, ένα χάλασμα του οποίου παραθέτω τη φωτογραφία.
Ανηφορίζοντας προς το πρώην θερινό ανάκτορο του τέως βασιλιά της Ελλάδας, παρατήρησα την έλλειψη στοιχειώδους περιποίησης του άλσους, είδα πελώρια ξερά δέντρα πεσμένα κατά γης, και “μύρισα” μια ατμόσφαιρα μίσους και περιφρόνησης προς το χώρο, που κάποτε πρέπει να ήταν πανέμορφος. Πλησιάζοντας προς το κτίριο του Μουσείου της Παλαιόπολης (έτσι λένε τώρα το παλιό καλοκαιρινό ανάκτορο των τέως) είδα και φωτογράφισα κι άλλα ερείπια αριστερά του δρόμου. Σας παραθέτω σχετικές φωτογραφίες που μαρτυρούν την εγκατάλειψη και την εξαθλίωση ενός χώρου που θα μπορούσε να είναι το στολίδι της Κέρκυρας. Σε ποιες άραγε τσέπες κατέληξαν τα εκατομμύρια που είχαν δοθεί από το Β´ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης; Δεν κρύβουν τουλάχιστον την πινακίδα-τεκμήριο της κλοπής;
Λυπάμαι που στενοχώρησα κάποιους με τα αποτροπιαστικά τεκμήρια που παρέθεσα. Ίσως όμως, το εύχομαι και το ελπίζω, κάποιοι να ντραπούν και να βελτιώσουν μερικά κακώς κείμενα. Ίσως η βουλευτής Κερκύρας κ. Άντζελα Γκερέκου να συγκινηθεί και να ευαισθητοποιηθεί ώστε να διορθωθούν κάποιες ασχήμιες στο νησί της. Θα βεβαιωθώ ότι θα διαβάσει το άρθρο μου αυτό. Η Κέρκυρα χρειάζεται πολλή φροντίδα, εκσυγχρονισμό του οδικού δικτύου της, βελτίωση των συγκοινωνιών της, κλπ. για να έχει δικαίωμα να υπερηφανεύεται ότι είναι η “Αρχόντισσα του Ιονίου”. Μα για να γίνουν όλα αυτά χρειάζεται πρώτα απ’ όλα αγάπη προς τον άνθρωπο-τουρίστα, και σεβασμός προς την ιστορία μας. Εδώ είναι το μεγάλο μας εθνικό έλλειμμα κατά την ταπεινή μου γνώμη. Πάντως, απ’ ό,τι μου είπαν οι ντόπιοι, ο τουρισμός αυτή τη χρονιά είναι μειωμένος κατά 35%.
Ας προσέξουν, λοιπόν, οι αρμόδιοι, ας σηματοδοτήσουν τις στάσεις λεωφορείων κι ας βάλουν κανένα στέγαστρο για να μην ψήνονται οι τουρίστες από τον καυτό ήλιο. Ας πυκνώσουν τα δρομολόγια κι ας μειώσουν τις τιμές των εισιτηρίων. Δεν είναι μόνο τα χοντρά πορτοφόλια που επιλέγουν την Κέρκυρα για τις διακοπές τους. Είναι και νέοι άνθρωποι, φοιτητόκοσμος, που καταλήγουν στα διάφορα κάμπινγκ του νησιού, πληρώνοντας 8€ την ημέρα. Δεν είναι κρίμα οι νέοι αυτοί να χρειάζονται καμιά δεκαπενταριά ευρώ την ημέρα για εισιτήρια λεωφορείου; Παραθέτω ενδεικτικά τιμές εισιτηρίων των ΚΤΕΛ: Κέρκυρα-Κάβος μετ’ επιστροφής 4+4= 8€, Κέρκυρα-Άγιος Ηλίας μετ’ επιστροφής 3:40+3.40=6.80€. Νάτο το δεκαπεντάρι! Ας εκδοθούν ημερήσια εισιτήρια για πολλαπλές διαδρομές, και εβδομαδιαία εισιτήρια. Οι τουρίστες δεν είναι αγελάδες για άρμεγμα. Είναι πρώτα απ’ όλα άνθρωποι που έχουν ανάγκη να τους δείξουμε λίγη ανθρωπιά και ευαισθησία. Μωρέ πού έχει κρυφτεί εκείνη η παραδοσιακή Ελληνική φιλοξενία;
Τέλος θέλω να επισημάνω και την επικινδυνότητα του οδικού δικτύου σε πολλά σημεία. Για παράδειγμα, στον οδικό άξονα από το Σιδάρι προς Κέρκυρα, σε κάποια σημεία όπως η περιοχή Αγρός, ο δρόμος είναι τόσο στενός και με πολλές στροφές που αν το λεωφορείο του ΚΤΕΛ συναντήσει Ι.Χ. ερχόμενο από την αντίθετη κατεύθυνση δεν χωράνε. Κατά την επιστροφή μου από Σιδάρι, την τελευταία ημέρα της παραμονής μου στην Κέρκυρα, τρεις φορές κάποια Ι.Χ. παρά λίγο να τρακάρουν πάνω στο λεωφορείο. Χρειάστηκε να κάνουν όπισθεν πάνω σε στροφές προχωρώντας καμιά πενηνταριά μέτρα ώσπου να βρουν λίγο χώρο για να περάσει το λεωφορείο χωρίς να τους γδάρει. Σημειωτέον ότι σε τέτοιους δρόμους υπάρχουν πινακίδες που προειδοποιούν για ταχύτητα μικρότερη των 25 χλμ/ώρα. Σε κάποια σημεία, μάλιστα, το λεωφορείο μας κινούνταν με 15 χλμ./ώρα. Μα δεν είναι δρόμοι αυτοί για ένα νησί που είναι ο πρώτος τουριστικός προορισμός στην Ελλάδα! Αυτά τα λίγα για την Κέρκυρα, και εύχομαι να μην πάει χαμένος ο κόπος μου να τα γράψω.