Σήμερα συνάντησα τυχαία μια φίλη μου, πρησμένη στο πρόσωπο και μελανιασμένη. Δεν παραξενεύτηκα από την όψη της διότι με είχε ενημερώσει τηλεφωνικά ότι πριν 6 μέρες έβαλε τέσσερα εμφυτεύματα και πρήστηκε.
-“Πού πας τόσο βιαστική;”, τη ρώτησα.
-“Και βιαστική και φοβισμένη”, μου απάντησε.
-“Γιατί; Τι συνέβη;”
-“Κρατάω 6,000 ευρώ στην τσάντα μου και φοβάμαι μήπως με είδε κανείς στην τράπεζα που τα σήκωσα και με παρακολουθεί”.
-“Έξι χιλιάδες ευρώ μετρητά στην τσάντα σου, είπες;”
-“‘Οπως το ακούς!”
-“Και πού τα πας;”
-” Να πληρώσω τον οδοντίατρο. Μου τα ζήτησε μετρητά”!
– “Κι εσύ το δέχτηκες;”
-“Τι να έκανα; Ήταν όρος για να μου βάλει 4 εμφυτεύματα. Δεν δεχόταν ούτε επιταγή, ούτε μεταφορά στον τραπεζικό του λογαριασμό. Τα ήθελε ‘μαύρα’. Και να ‘ταν μόνο αυτά; Σε 3-4 μήνες που θα μου βάλει τις πορσελάνες θα πληρώσω κι άλλα μαύρα”.
-“Γι’ αυτό πάμε κατά διαβόλου”, της απάντησα. “Διότι η φοροδιαφυγή καλά κρατεί… Και η Τράπεζα δεν σε ρώτησε πού τα πας;” τη ρώτησα αφελώς.
-“Γιατί να με ρωτήσει; Αφού τώρα δεν έχουμε capital controls. Μπορεί να τα πήγαινα να τα κρύψω στο στρώμα μου”.
-“Η ανάληψη τόσων μετρητών βοά ότι πρόκειται να γίνει συναλλαγή με μαύρα. Αυτό δεν το καταλαβαίνει η τράπεζα;”
-“Ακόμη κι αν το καταλαβαίνει δεν μπορεί να κάνει τίποτα διότι δεν υπάρχει νόμος που να το απαγορεύει”, μου απάντησε, και απομακρύνθηκε βιαστικά για να πάει εγκαίρως στο οδοντιατρείο του κατ’ επάγγελμα φοροφυγάδα.
Όσο για μένα, μπαρούτι από αγανάκτηση και θυμό, έπιασα τον εαυτό μου να παραμιλάει – κάτι σαν μοιρολόι:
“Δεν υπάρχει ελπίδα για το Λαμογιστάν. Δεν βλέπω φως. Παντού σκοτάδι. Πού έθαψε τη συνείδησή του ο Έλληνας;”.