Tου Θάνου Καμήλαλη
Υπό αυτό το πρίσμα, η δήλωση του προέδρου της ΝΔ για την 7ήμερη εργασία ήταν η καλύτερη επιβεβαίωση των παραπάνω κανόνων. Όσο κι αν προσπαθεί η Νέα Δημοκρατία να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα, η τοποθέτηση του αρχηγού της ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, μια μνημειώδης γκάφα και στη χειρότερη, αλλά πιο πιθανή, μια ομολογία προθέσεων. Ο Μητσοτάκης είπε συγκεκριμένα:
«Όταν μία επιχείρηση συμφωνεί με τους εργαζόμενους μέσω επιχειρησιακής σύμβασης για να πάει από πενθήμερο σε επταήμερο με τη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων και με πολύ καλύτερες απολαβές και με αυξημένα δικαιώματα και συμφωνούν τα δύο μέρη, δεν κάνουμε τίποτε άλλο από το να αναγνωρίζουμε ότι είμαστε σε έναν κόσμο που αλλάζει και πρέπει οι εργαζόμενοι, οι επιχειρήσεις και το κράτος να προσαρμοστούν σε αυτή τη νέα πραγματικότητα».
Ο Μάκης Βορίδης για παράδειγμα, τόνισε σε συνέντευξή του τη Δευτέρα στην ΕΡΤ ότι «ο κ. Μητσοτάκης είχε στο μυαλό του την Παπαστράτος», ενώ η διευκρινιστική ανακοίνωση της ΝΔ αμέσως μετά τον σάλο υποστήριξε ότι «το Μαξίμου καταγγέλλει τον κ. Μητσοτάκη για μια επιχειρησιακή σύμβαση την οποία ενέκρινε το Υπουργείο της κ. Αχτσιόγλου (!), η οποία προβλέπει την επταήμερη λειτουργία της εταιρείας Παπαστράτος και όχι βέβαια την επταήμερη εργασία των υπαλλήλων της. Και καλά έκανε η κ. Αχτσιόγλου…».
Δεν ξέρω αν αυτή η υπερασπιστική γραμμή είναι τιμητική για τη ΝΔ τον Κυριάκο Μητσοτάκη και το επιτελείου. Γιατί το πιο καλόπιστο συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι, είναι ένας πολιτικός που, ακόμα και από την βολική καρέκλα της αντιπολίτευσης δεν μπορεί να εκφράσει σωστά την σκέψη του. Το λιγότερο καλόπιστο και ρεαλιστικό, είναι ότι το επιχείρημα της «Παπαστράτος» βρέθηκε εν μέσω πανικού στη συνέχεια, ως δικαιολογία. Εκτός αν η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να μας πείσει ότι ο πρόεδρός της επιτέθηκε στην κυβέρνηση για κάτι το οποίο η ίδια έχει εγκρίνει ή ότι το αίτημά της είναι η επταήμερη λειτουργία επιχειρήσεων.
Υπάρχει επίσης η γραμμή που επιχειρεί να σκιαγραφήσει μία επιχειρησιακή – εργασιακή ουτοπία. Επειδή η φράση «θα δουλεύεις σαν το σκυλί, θα υπογράφεις εξαήμερα ή 9ωρα με επιχειρησιακές συμβάσεις από φόβο μην βρεθείς άνεργος και για υπερωρίες ούτε λόγος» δεν θα συγκινήσει πολύ κόσμο, επιλέγεται μία εναλλακτική πραγματικότητα. Στην Αυστρία του ακροδεξιού Κουρτς, για παράδειγμα, όταν τον Ιούλιο του 2018
πέρασε ο νόμος που επιτρέπει την 12ωρη καθημερινή εργασία, τα επιχειρήματα των υποστηρικτών του ήταν απλό: «Είναι προαιρετικό» και «δεν θέλουμε να εμποδίσουμε κάποιον που επιθυμεί να εργαστεί παραπάνω».Στην Ελλάδα, ο Μητσοτάκης κάνει (επανειλημμένα, καθώς το ίδιο είχε συμβεί μ
ε τη δήλωσή του για το 8ωρο, πριν από έναν χρόνο) ακριβώς το ίδιο. Φράσεις όπως «σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων», «πολύ καλύτερες απολαβές», «αυξημένα δικαιώματα» ή την «γυναίκα που θα έχει τη δυνατότητα να δουλεύει από το σπίτι» είναι το απαραίτητο επικοινωνιακό περίβλημα για να διανθίσουν και να περάσουν στην κοινωνία τέτοιες εξοντωτικές πολιτικές. Πολιτικές που ήδη εφαρμόζονται στην Ελλάδα, με την πλήρη αποδοχή των μνημονιακών «μεταρρυθμίσεων» και καλύτερο παράδειγμα τις «βαριές βιομηχανίες» (βαριά για τους εργαζόμενους) του τουρισμού και της εστίασης, απλώς η ΝΔ έχει ένα ταλέντο να θέλει να τα κάνει όλα χειρότερα.Mαζί με τον εργοδότη που ενδιαφέρεται και μεριμνά για τις εργασιακές συνθήκες στον χώρο του, υπάρχει και αυτός που ανεμίζει στα μούτρα των εργαζομένων του τα βιογραφικά υποψήφιων αντικαταστατών τους. Αν δεν έχεις την ιδεοληψία και τη φαντασία των υποστηρικτών του Μητσοτάκη, είναι πολύ εύκολο να καταλάβεις ποιος θα επωφεληθεί από τέτοιες «αλλαγές», που μάλιστα δεν συνιστούν καμία «καινοτομία», το αντίθετο φυσικά. Ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο» για παράδειγμα, όπως σημειώναμε και πέρσι με την ίδια αφορμή, κάνει αναφορές στις ιδέες των Άγγλων κεφαλαιοκρατών της εποχής του, για το πώς θα επιβάλλουν «ανταγωνιστικότητα» στους μισθούς, σε σχέση με τη Γαλλία και την άνοδο της Κίνας.
Σαν να μην έφτανε αυτό, ο Μητσοτάκης
επανήλθε, σε συνέντευξή του στον ΣΚΑΙ, δριμύτερος, με νέα φαεινή ιδέα:«Δεν θα είχα καμία αντίρρηση να δοκιμάσουμε σε ένα μεγάλο νοσοκομείο της Αθήνας να διοικηθεί σε σύμπραξη με τον ιδιωτικό τομέα. Ξέρω ότι θα βγουν τα τρολ του ΣΥΡΙΖΑ και θα πουν ότι ιδιωτικοποιώ την υγεία. Εμένα με ενδιαφέρει το παρεχόμενο αποτέλεσμα. Το δημόσιο δεν είναι κατ΄ ανάγκην κρατικό. Εμένα με ενδιαφέρει η υγεία να είναι δημόσια».
Υπάρχει μία ευρεία γκάμα κριτικής που μπορεί να γίνει σε αυτά τα «μέτρα ελάφρυνσης», όπως, επιγραμματικά:
- Είναι το ίδιο μοντέλο της επιστροφής του υπερπλεονάσματος, που έχει ξεκινήσει από την περίοδο Σαμαρά το 2014. Το ποσό δηλαδή, που έχει πληρωθεί από τους πολίτες και ένας μικρό μέρος του επιστρέφει σε αυτούς.
- Τα μέτρα του 2019 δίνονται προεκλογικά και μάλιστα, την τελευταία στιγμή (η «13 σύνταξη» θα καταβληθεί 6 μέρες πριν τις Ευρωεκλογές).
- Ο χαρακτηρισμός «μόνιμο» ή «προνομοθετημένο» μέτρο, σε μία αποικία χρέους, με εξοντωτικές δεσμεύσεις, δεν σημαίνει και πολλά, καθώς όλα θα συνεχίσουν να εξαρτώνται από το αν ο διαχειριστής κάνει καλή δουλειά και οι στόχοι επιτυγχάνονται.
- Το τέλος των μνημονιακών προγραμμάτων, δεν σημαίνει «έξοδο από την κρίση». Όσα έχει χάσει η κοινωνία την τελευταία δεκαετία δεν αναπληρώνονται, ούτε πρόκειται να αναπληρωθούν με βάση και τα όσα έχουν προηγηθεί και τα όσα έχει υπογράψει η σημερινή κυβέρνηση για το μέλλον.
Γι αυτό και ενόψει των μέτρων ελάφρυνσης η ΝΔ αντέδρασε σπασμωδικά. Τι μένει μετά; Τα Εξάρχεια, η ιδιωτικοποίηση υπηρεσιών Υγείας, η μανία με τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, οι κραυγές και η παραπληροφόρηση για το Μακεδονικό και τα εξευτελιστικά fake news με τον «πατέρα του Τσίπρα».
Λαμβάνοντας υπόψιν και τις συνθήκες υπό τις οποίες διεξάγεται η πολιτική σύγκρουση, με τη διαμάχη μνημόνιο – αντιμνημόνιο ή εντός – εκτός Ε.Ε. να μην εκπροσωπείται κεντρικά, έχουμε το εξής παράδοξο. Η εφαρμογή του τρίτου και η αποδοχή του άτυπου, «τέταρτου» μνημονίου από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έφερε, όπως ήταν λογικό, την αντιπολίτευση της Νέας Δημοκρατίας μπροστά και με διαφορά μάλιστα στην πρόθεση ψήφου.
Το προεκλογικό ντεμαράζ που επιχειρεί ο Αλέξης Τσίπρας είναι αναμενόμενο, «παραδοσιακό», αλλά επικοινωνιακά μελετημένο.
Κάπως έτσι, βρισκόμαστε στο σημείο η κυβέρνηση να φέρνει μέτρα «ανακούφισης» μετά από ένα ολοκληρωμένο μνημόνιο και η αντιπολίτευση να ασχολείται με την 7ήμερη εργασία και το αν πρέπει το Δημόσιο να έχει αξονικούς τομογράφους.
Με το λαχείο του Κυριάκου Μητσοτάκη στο χέρι, ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να ονειρεύεται, είτε την παραμονή του στην εξουσία, είτε, έστω, την γρήγορη επάνοδό του εκεί.
