Επικαιρότητα
«Η εθνική στρατηγική δεν είναι ούτε “δεξιά” ούτε “αριστερή”, ούτε “εθνικιστική” ούτε “διεθνιστική”. Είναι τα πάντα, ανάλογα με τις επιταγές της συγκεκριμένης περίστασης. Αλίμονο στην χώρα και την πολιτική της ηγεσία, αν ερμηνεύει την συγκεκριμένη κατάσταση με “δεξιές” ή “αριστερές” εκτιμήσεις» (Π. Κονδύλης).
«H εισαγωγή του ευρώ, καθώς επίσης η μεταβίβαση από την ομοσπονδιακή τράπεζα της Γερμανίας στην ΕΚΤ όλων εκείνων των αρμοδιοτήτων του συνολικού ελέγχου της οικονομικής πολιτικής, οδήγησε με το ξεκίνημα της νέας χιλιετίας, στην περαιτέρω ενίσχυση του σκληρού νεοφιλελεύθερου μοντέλου δημοσιονομικής σταθερότητας. Έτσι, κατάφερε να μοιάσει με ένα νομισματικό αντίγραφο του συστήματος του κανόνα του χρυσού. Ως στόχος για τον πληθωρισμό ορίστηκε η μέγιστη αύξηση των τιμών στο 2%».
«Αυτό που είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον για την επιτυχία της Γερμανίας να γίνει ο κύριος αρχιτέκτονας της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι το ότι, μετά την εισαγωγή του ευρώ οι γερμανικές ελίτ έχουν χρησιμοποιήσει όλο και περισσότερο το νέο νόμισμα για να προωθήσουν τα δικά τους οικονομικά συμφέροντα. Ανέπτυξαν ένα μοντέλο που συνδυάζει τη συνεχή μείωση των πραγματικών μισθών με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία προκαλείται κυρίως με τη συμβολή της τεχνολογίας.
Μεταξύ των ετών 2001 και 2011, η μέση ετήσια αύξηση των ονομαστικών μισθών της Γερμανίας ήταν 1,6%, αλλά οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν κατά 4,2% κατά την ίδια περίοδο. Εν τω μεταξύ, η παραγωγικότητα της εργασίας αυξήθηκε κατά 1,2% τον χρόνο. Το αποτέλεσμα ήταν μια σταθερή μείωση του δείκτη του μισθολογικού κόστους στην εγχώρια παραγωγικότητα της εργασίας ή στο κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Δεδομένου δε του ότι, το κόστος εργασίας ανά μονάδα παραγομένου προϊόντος είναι πιο στενά συνδεδεμένο με τη δομή των τιμών από την προσφορά χρήματος ή με το δημόσιο χρέος, οι Γερμανοί ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσουν το μισθολογικό ντάμπινγκ, το οποίο είναι επίσης εξαιρετικά κερδοφόρο για τις επιχειρήσεις, ώστε να μειώνουν συστηματικά τις τιμές των εξαγωγών τους.
Στην αρχή της κρίσης, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στην Ελλάδα και τα άλλα περιφερειακά κράτη της Ε.Ε. ήταν 30% υψηλότερο από ότι στη Γερμανία. Από τη στιγμή που εφαρμόστηκαν τα προγράμματα λιτότητας, αυτό ανέβηκε περισσότερο και έφτασε στο 35%. Υπάρχει στενή σχέση μεταξύ αυτής της διαφοράς κόστους εργασίας και των εξαγωγικών τιμών, έτσι ώστε η γερμανική πολιτική των εντός της Ευρώπης μισθών και το ντάμπινγκ τιμών, ήταν ο πιο σημαντικός παράγοντας για την παρακμή της ελληνικής οικονομίας – πολύ περισσότερο καθώς ο de facto κανόνας του χρυσού απέκλειε τα νομισματικά αντίμετρα.
Για την επισφράγιση αυτής της εξέλιξης έπαιξαν επίσης καθοριστικό ρόλο και «εγχώριοι» παράγοντες: παρατηρήστε την υπερβολική εισαγωγή κεφαλαίων στην Ελλάδα μετά την ένταξη της χώρας στη ζώνη του ευρώ και τις εξωφρενικές αυξήσεις των τιμών που αυτή είχε ως αποτέλεσμα. Ωστόσο, η κύρια αιτία της δυσπραγίας ήταν η αποσταθεροποίηση της ΕΕ από τη γερμανική οικονομική ελίτ. Πραγματοποιούμενη με το ντάμπινγκ μισθών και τιμών μετά την εισαγωγή του ευρώ, η αποσταθεροποίηση κατέστρεψε οικονομικά τις ασθενέστερες περιφερειακές χώρες».
