Τι γραβάτα πήραμε μετά από 10 μήνες διαπραγμάτευσης με τους δανειστές
-Μας έδωσαν 8,5 δισ. ευρώ για να τους επιστρέψουμε τα 7,4.
– Χάσαμε οριστικά το QE, την έξοδο στις αγορές, μια μονάδα του ΑΕΠ στην ανάπτυξη, 4,9 δισ. περικοπές, πλεονάσματα έως 2% έως το 2060 και εισπράξαμε μια θολή υπόσχεση ρύθμισης του χρέους.
Το μόνο κέρδος από την έκβαση της προσπάθειας αυτής είναι η αποτροπή ενός ακόμη καλοκαιρινού δράματος, ανάλογο με εκείνο του 2015, καθώς ο πολιτικός χρόνος που εξασφάλισε η κυβέρνηση της επιτρέπει να προγραμματίζει με μεγαλύτερη βεβαιότητα την προσφυγή σε εκλογές το φθινόπωρο του 2018. Έναντι αυτών, το βάρος που καλείται να σηκώσει η χώρα μοιάζει αφόρητο.
Ο πρωθυπουργός επεδίωξε τέσσερα και συν ένα πράγματα από τις συζητήσεις με εταίρους και δανειστές. Απέτυχε και στις τέσσερις επιδιώξεις και μένει να αποδειχθεί τους επόμενους μήνες το «συν ένα», το τι θα γίνει δηλαδή με τη μεγάλη και τελική πρόκληση, την έξοδο στις αγορές. Το καρέ της αποτυχίας είναι το εξής:
Πρώτον, ο κ. Τσίπρας ήθελε – και είχε δεσμευτεί σχετικά πολλές φορές δημοσίως- να μην πάρει νέα μέτρα, ούτε στη διάρκεια του τρέχοντος προγράμματος, ούτε, πολύ περισσότερο, μετά απ’ αυτό. Τελικά υποχρεώθηκε να νομοθετήσει στα μέσα Μαΐου μέτρα ύψους περίπου 5 δισ. ευρώ με εφαρμογή από 1ης Ιανουαρίου 2019 και 1ης Ιανουαρίου 2020 – ένα μικρό ποσό αφορά και το 2018!
Δεύτερον, η κυβέρνηση περίμενε, με εγγύηση το δημοσιονομικό αυτό πακέτο, μια περαιτέρω εξειδίκευση των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος, με παράλληλη δέσμευση των δανειστών ότι δεν θα υπάρξει αίρεση για την παρέμβαση αυτή και ότι η ελάφρυνση θα γίνει οπωσδήποτε. Ο κ. Τσίπρας ήθελε να βελτιώσει και να επιταχύνει την εφαρμογή των αποφάσεων του Eurogroup τον Μάιο του 2016, ώστε να καταστεί ορατός ο οδικός χάρτης εξόδου της χώρας στις αγορές το 2018 και ο απεγκλωβισμός από τα μνημόνια. Πήρε και πάλι τις ίδιες υποσχέσεις από τους δανειστές, χωρίς κάτι χειροπιαστό.
Τρίτον, σε συνέχεια του παραπάνω, η Αθήνα επεδίωκε μετ’ επιτάσεως να πετύχει την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ (QE) έστω και στην τελευταία στροφή του προγράμματος, το οποίο τρέχει από τα τέλη του 2014 και προσφέρει πολύτιμη φθηνή ρευστότητα στις τράπεζες, με μοναδική εξαίρεση τις ελληνικές αυτά τα δυόμισι χρόνια. Παρότι πρόκειται για προσδοκία που έχει εκφραστεί ήδη από την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης στα μέσα του 2016, ούτε τώρα εξασφαλίστηκε, ούτε χαράχθηκε κάποιος σαφής ορίζοντας επ’ αυτού.
Τέταρτον, το Μέγαρο Μαξίμου ήθελε να πετύχει χαμηλά πρωτογενή πλεονάσματα και για όσο το δυνατόν λιγότερα χρόνια. Κατέληξε με ένα σκληρό πενταετές πλάνο (2018-2022) πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% ετησίως και με μία θηριώδη δέσμευση για πρωτογενή πλεονάσματα άνω του 2% ετησίως για τα επόμενα… 38 χρόνια, έως το 2060! Λιτότητα για δύο γενιές δηλαδή!
Συγκεκριμένα, κατά την επταετία 2016-2022 η χώρα καλείται να παρουσιάσει συνολικά πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 43 δισ. ευρώ! Αναλυτικά: 6,5 δισ. ευρώ το 2016, 3,5 δισ. ευρώ το 2017 και από περίπου 6,5 δισ. ετησίως για την πενταετία 2018-2022. Το χειρότερο; Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των ποσών προέρχεται από την υπερφορολόγηση και τις περικοπές και πολύ μικρό από τη μάλλον ισχνή ανάπτυξη που αναμένεται επιτευχθεί αυτό το διάστημα.
Θα πληρώσουμε 43 δισ. για να πάρουμε τη δόση των 8,5 δισ.€
-Άγριες περικοπές στις συντάξεις και φορολογικές επιβαρύνσεις για να επιτευχθούν τα υψηλά πλεονάσματα μέχρι το 2022– Καμία ουσιαστική αλλαγή στο κείμενο της συμφωνίας του 2012 με αυτή του 2017 – Κερδίζει πολιτικό χρόνο η κυβέρνηση
Η χώρα γυρίζει σελίδα με… συνταγή Σαμαρά
Η κυβέρνηση παρακάμπτει όλα τα παραπάνω και πανηγυρίζει υποστηρίζοντας ότι «η χώρα γυρίζει σελίδα» και ότι είναι πλέον ορατή η οριστική έξοδος από την κρίση, τα μνημόνια και την επιτροπεία. Προβάλλει προς τούτο τρία βασικά στοιχεία της απόφασης του Eurogroup.
Πρώτον, ότι υπήρξε αλλαγή διατύπωσης από την προηγούμενη απόφαση και αναγνωρίζεται πια ότι η ελάφρυνση του χρέους θα γίνει οπωσδήποτε και όχι «αν χρειαστεί», όπως αναφερόταν πριν από έναν χρόνο. Στην πραγματικότητα καμία ουσιαστικά μεταβολή δεν έχει γίνει επί της θέσης της Ευρωζώνης και η εξέταση του θέματος θα γίνει όντως με τη λήξη του τρίτου μνημονίου, με ανοιχτό το ενδεχόμενο μη ελάφρυνσης ή έστω μιας μικρής παρέμβασης.
Δεύτερον, ότι υιοθετήθηκε η γαλλική πρόταση για «αναπτυξιακή ρήτρα» στον ρυθμό αποπληρωμής του χρέους. Η αναφορά αυτή θεωρείται ωστόσο εντελώς αμφιλεγόμενη και σε κάθε περίπτωση θα προσδιοριστεί όταν θα έρθει η ώρα, δηλαδή το 2018.
Πολλοί εκτιμούν όμως ότι μπορεί να αποτελέσει και παγίδα από τη στιγμή που η χώρα έχει αναλάβει συγκεκριμένη υποχρέωση για πρωτογενή πλεονάσματα που καθορίζουν το ύψος των δημοσιονομικών στόχων κάθε έτους. Θυμίζουν δε ότι στην ανάλογη περίπτωση εφαρμογής της «ρήτρας ανάπτυξης», δηλαδή για το γερμανικό χρέος το 1953, δεν υπήρχε ζήτημα πρωτογενών πλεονασμάτων!
Η κυβέρνηση θεωρεί αυτή τη δέσμευση ιστορική! Πιθανόν όμως να πρόκειται για το πιο… πονηρό, αμφιλεγόμενο, ίσως και επικίνδυνο σημείο της απόφασης. Αφενός υποκρύπτει ουσιαστικά το σενάριο νέας συμφωνίας με νέες δεσμεύσεις της κυβέρνησης προκειμένου να έχει πρόσβαση στα «αποθεματικά» αυτά. Αφετέρου, όλη αυτή η παράγραφος επαναφέρει την ανάλογη ρητορική δέσμευση που είχε αναλάβει και το Eurogroup τον Νοέμβριο του 2012 προς την κυβέρνηση Σαμαρά τότε!
Επικοινωνιακή καταιγίδα
«Πιστεύω ότι πλέον υπάρχει περισσότερη σαφήνεια για το χρέος, τώρα υπάρχει φως στο τέλος του τούνελ», δήλωσε και άφησε να διαφανεί ότι δεν θεωρεί ότι η συμφωνία είναι αυτή που αξίζει στον ελληνικό λαό μετά τις θυσίες στις οποίες έχει υποβληθεί, αλλά «δεν θέλουμε το τέλειο να είναι ο εχθρός του καλού και αναγνωρίζουμε ότι όλες οι πλευρές έχουν επιχειρήσει να φτάσουν σε έναν συμβιβασμό».
Ο υπουργός Εσωτερικών Πάνος Σκουρλέτης παραδέχθηκε ότι «για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι μια αντίφαση με την οποία είναι “καταδικασμένος” να πορεύεται -να επιβάλει λιτότητα αλλά παράλληλα να υπόσχεται ότι θα προσφέρει έξοδο από αυτή. Κι αυτό γιατί έχει μια αβέβαιη έκφανση όχι μόνο για τον ίδιο αλλά και για τη χώρα».
Το καρέ των χαμένων στόχων
-Δεν απέφυγε νέα σκληρά μέτρα
-Δεν πέτυχε ελάφρυνση χρέους
-Δεν πέτυχε ένταξη στο QE
-Δεσμεύτηκε για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα
Η Κριστίν Λαγκάρντ αποκάλυψε ότι στόχος των δανειστών ήταν μόνο να πληρωθούν οι υποχρεώσεις της Ελλάδας χωρίς να δημιουργηθεί αναταραχή και πιθανή κρίση στις αγορές
Πρώτος o υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος: «Είναι αυτό που θέλαμε; Όχι, αλλά είναι κάτι…» δήλωσε με αφοπλιστική ειλικρίνεια στο Bloomberg το ίδιο βράδυ αμέσως μετά τη συνέντευξη Τύπου στο Λουξεμβούργο. Και αν ο υπουργός Οικονομικών άδειαζε εμμέσως το Μαξίμου που την ίδια ώρα πανηγύριζε, η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ «μάζευε» με δύο κινήσεις ακόμα και τις στρογγυλεμένες κουβέντες που έλεγε η ίδια στην κοινή συνέντευξη Τύπου με τους Ευρωπαίους.
Συγκεκριμένα:
Πιο απλά, η ουσία είναι ότι μας έδωσαν τη δόση για να τους ξαναδώσουμε πίσω τα λεφτά μετά από έναν χειμώνα διαπραγματεύσεων και την ψήφιση μέτρων 4,9 δισ. ευρώ.
Λίγο μεγαλύτερη υπομονή από τον κ. Τσακαλώτο και την κυρία Λαγκάρντ έδειξε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αντί για το ίδιο βράδυ, περίμενε ως το πρωί της Παρασκευής για να δηλώσει μέσω αξιωματούχου της στο Reuters την «αυθεντική» ερμηνεία της ανακοίνωσης που είχε εκδώσει το βράδυ της Πέμπτης – και την οποία κύκλοι του Μαξίμου είχαν ήδη παρερμηνεύσει δημιουργώντας κλίμα άμεσης ένταξης της Ελλάδας στο QE. «Χρειάζεται μεγαλύτερη σαφήνεια για το χρέος προκειμένου να ενταχθούν τα ελληνικά ομόλογα στο QE», δήλωσε ο αξιωματούχος και πάγωσε το κλίμα.
Τι ζητούσαμε, τι χάσαμε
Ο κ. Τσακαλώτος δήλωνε πέρυσι τον Ιούλιο ότι η δεύτερη αξιολόγηση θα είναι ευκολότερη από την πρώτη και θα τελειώσει ταχύτερα. Ακολούθησε η συνέντευξη του πρωθυπουργού στη Νέα Υόρκη τον Σεπτέμβριο (Reuters) στην οποία προέβλεπε ότι το «review» θα έκλεινε τον Οκτώβριο. Η αξιολόγηση έκλεισε τελικώς στις 15 Ιουνίου με καθυστέρηση 8 μηνών.
Επιτεύχθηκε σε κάποιον βαθμό, αλλά όχι ικανό για να εξασφαλιστούν το QE, και η πλήρης συμμετοχή του ΔΝΤ. Το ανακοινωθέν του Eurogroup περιλαμβάνει την κεντρική ιδέα της γαλλικής πρότασης για ρήτρα ανάπτυξης, κάτι που σημαίνει ότι τα μέτρα για την απομείωση του χρέους θα μεταβάλλονται ανάλογα με τη μεταβολή των ρυθμών ανάπτυξης. Ωστόσο, δεν αναφέρει λεπτομέρειες και παραπέμπει στο τέλος του προγράμματος. Περιλαμβάνει επίσης αναφορά σε επιμήκυνση των δανείων ύψους 130 δισ. ευρώ που έλαβε η Ελλάδα από τον EFSF, κατά 0 ως 15 έτη, και αναβολή πληρωμής επιτοκίων. Το παραπάνω πακέτο μαζί με κάποια δευτερεύοντα μέτρα θα εφαρμοστεί το 2018 εφόσον χρειαστεί ενώ το «0» ως αφετηρία επιμήκυνσης των 130 δισ. του EFSF δίνει το περιθώριο στους πιστωτές να υπαναχωρήσουν επιλέγοντάς το.
Αν το Ταμείο έμπαινε βάζοντας λεφτά στο πρόγραμμα, θα ήταν η «σφραγίδα» και ένα ισχυρό σήμα για το διεθνές οικονομικό σύστημα και τους ξένους επενδυτές ότι το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο. Η εγγύηση του ΔΝΤ θα έλυνε και τα χέρια της ΕΚΤ ώστε να εντάξει την Ελλάδα στο QE και να πάρουν ανάσα με φρέσκο χρήμα οι τράπεζες και η ελληνική οικονομία. Τελικώς, το ΔΝΤ επέλεξε να μπει με ένα πρόγραμμα (Stand-By Arrangement) που είχε πέσει σε «αχρησία», όπως λέει το ίδιο το Ταμείο, από τη δεκαετία του 1980 και προβλέπει εκταμίευση ενός ποσού μόλις 2 δισ. δολαρίων το πολύ, εάν και εφόσον πρώτα οι Ευρωπαίοι δεσμευτούν για μέτρα ελάφρυνσης του χρέους.
Πέρυσι το καλοκαίρι η κυβέρνηση δεν κατέθετε στη Βουλή το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα για να διεκδικήσει χαμηλότερο πλεόνασμα από το 3,5% του ΑΕΠ μετά το 2018 σε περίπτωση συνολικής συμφωνίας που θα εξασφάλιζε αναδιάρθρωση χρέους και μέσω αυτής μείωση των πλεονασμάτων. Τελικώς δέχτηκε πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ ως το 2022 και πλεονάσματα «ίσα ή ανώτερα αλλά κοντά στο 2% του ΑΕΠ», δηλαδή περίπου 2%-2,4%, από το 2023 ως το 2060.
Η κυβέρνηση εξασφάλισε 8,5 δισ. ευρώ. Από αυτά, τα 7,4 δισ. θα δοθούν για την πληρωμή ομολόγων που κατέχει η ΕΚΤ μέχρι το τέλος του έτους. Τον Ιούλιο θα εκταμιευθούν 7,7 δισ., εκ των οποίων τα 6,9 δισ. θα πάνε για την πληρωμή και άλλων υποχρεώσεων, ενώ μόλις 800 εκατ. ευρώ για να μειωθούν τα φέσια του Δημοσίου στην αγορά. Το φθινόπωρο η τρόικα θα επιστρέψει στην Αθήνα για να εγκρίνει άλλα 800 εκατ. ευρώ για ληξιπρόθεσμα μόνο εάν η Ελλάδα αποδείξει ότι συνεισφέρει και με δικούς της πόρους στην προσπάθεια, όπως ξεκαθάρισε ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ. Αν δεν βρισκόμασταν μόλις στη 2η αντί για την 8η αξιολόγηση, η Ελλάδα θα μπορούσε να διεκδικήσει δόση τουλάχιστον 13,3 δισ. ευρώ, με βάση τις προγραμματισμένες εκταμιεύσεις του μνημονίου μέχρι το α’ τρίμηνο του 2017, το οποίο έχει ήδη παρέλθει.
«Υπό το πρίσμα της ολοκλήρωσης του τρέχοντος προγράμματος τον Αύγουστο του 2018, το Eurogroup δεσμεύεται να παράσχει στήριξη στην επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές», αναφέρει το ανακοινωθέν της 15ης Ιουνίου. Με μια διατύπωση-γρίφο, οι πιστωτές υπόσχονται στήριξη όπως ζητά το ΔΝΤ, χωρίς όμως να δεσμεύονται συγκεκριμένα και για το πώς. Η αρχική σκέψη για έκδοση ομολόγου τον Ιούλιο, αν η Ελλάδα έπαιρνε το QE, θεωρείται αντικειμενικά πάρα πολύ δύσκολο να υλοποιηθεί. Θεωρείται όμως πολύ πιθανό ο επικεφαλής του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους Στέλιος Παπαδόπουλος, ως διακομματικός παράγοντας με διεθνές κύρος (βρίσκεται εκεί από το 2012), να αναζητήσει την κατάλληλη ευκαιρία για μια καλά οργανωμένη δοκιμαστική έξοδο το φθινόπωρο.
Όσο καθυστερούν η λύση για το χρέος και το QE, κερδίζει έδαφος η άποψη εκείνων που λένε ότι η Ελλάδα δεν θα καταφέρει να ενταχθεί σε μια προληπτική πιστωτική γραμμή του χρόνου το καλοκαίρι. «Αν και η στάση πληρωμών αποφεύχθηκε, δεν ελήφθησαν μέτρα που θα δημιουργούσαν τον διάδρομο ώστε η Ελλάδα να βγει στις χρηματαγορές», σχολιάζει για τη συμφωνία του Eurogroup ο καθηγητής του Stern School of Business της Νέας Υόρκης Νικόλας Οικονομίδης. Ο ίδιος εκτιμά ότι «υπό τις παρούσες συνθήκες το πιο πιθανό είναι να συμφωνηθεί ένα νέο πρόγραμμα χρηματοδότησης το 2018». Σε κάθε περίπτωση, θα υπάρχει πλαίσιο εποπτείας με βάση τα ψηφισμένα μέτρα της διετίας 2019-2020 καθώς και άλλα προαπαιτούμενα – κυρίως διαρθρωτικές αλλαγές στο κράτος – που θα συνδεθούν με την υλοποίηση των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους. Η χρηματοδότηση θα είναι περί τα 30 δισ. που θα περισσέψουν από το τρέχον πρόγραμμα.
Το βαρύ τίμημα
Οι συντάξειςΑπό 1/1/2019 μειώνονται οι κύριες και οι επικουρικές συντάξεις έως 18% (αφού συνυπολογιστεί η περικοπή του 2016) με παράλληλη πρόβλεψη παγώματος των συντάξεων μετά τις περικοπές έως το 2022.
Το αφορολόγητοΑπό το 2020 το αφορολόγητο υποχωρεί από τα 8.636 ευρώ στην περιοχή των 5.700 ευρώ, κάτι που φέρνει επιβάρυνση 650 ευρώ τον χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι θα πληρώνουν φόρο και όσοι αμείβονται με 500 ευρώ τον μήνα.
Το 2018 θα ισχύσουν, μεταξύ άλλων, τα εξής:
Το ΕΚΑΣ
Νέα μείωση του ΕΚΑΣ, καθώς η περικοπή θα φτάσει τα 238 εκατ. ευρώ για τους εναπομείναντες συνταξιούχους.
Τα επιδόματαΚαταργούνται παροχές όπως τα επιδόματα ένδειας, απροστάτευτων τέκνων, ανεργίας νεοεισερχομένων στην αγορά εργασίας από τον ΟΑΕΔ κ.λπ.
Οι εισφορέςΑυξάνονται οι εισφορές. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι έμποροι και οι αγρότες θα πληρώνουν από το 2018 ασφαλιστικές εισφορές επί των καθαρών εισοδημάτων τους χωρίς να αφαιρούνται οι εισφορές που πληρώθηκαν το προηγούμενο έτος.
Αυξάνεται από το 14% στο 17% ο συντελεστής «ασφαλιστικές εισφορές» των αγροτών.