Το επιτελικό σχέδιο της Νέας Τάξης για την Ελλάδα – Μέρος 7ο

Στόχος των σοφιστών της αποδόμησης είναι να αμαυρώσουν εμβληματικές προσωπικότητες  (ήρωες του έθνους) και να εξαλείψουν υποδειγματικούς χαρακτήρες και δράσεις του παρελθόντος  που προσφέρονται για μίμηση στους νεότερους, μετατοπίζοντες τις έννοιες της αρετής προς τη κακία.  

%25CE%25B1%25CF%2581%25CF%2587%25CE%25B5%25CE%25AF%25CE%25BF%2B%25CE%25BB%25CE%25AE%25CF%2588%25CE%25B7%25CF%2582%2B%25283%2529


Γράφει ο Κωνσταντίνος Ρωμανός, καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου 

Η εποχή του Μεταμοντέρνου και η μηχανική της μετατόπισης των εννοιών 

Η αποδόμηση σαν μέθοδος με πραγματικά αποτελέσματα συνδέεται με το «Μεταμοντέρνο», όρο που υποτίθεται ότι περιγράφει την εποχή μας και τα χαρακτηριστικά της. Αυτά είναι ο κατακερματισμός, η σχετικότητα, η απροσδιοριστία, η άρνηση όλων των κοσμοθεωριών.

Έτσι, «αντικειμενική πραγματικότητα» δεν μπορούμε να γνωρίσουμε, διάφορες κοινωνικές ομάδες αλλάζουν τη γλώσσα και δημιουργούν τη δική τους πραγματικότητα, έως ότου η εξουσία τους καμφθεί από νέες κοινωνικές ομάδες με τις δικές τους εκδοχές πραγματικότητας. 

Ο φιλόσοφος του Μεταμοντέρνου Lyotard, γνωστός για το σύνθημα «Τέλος των μεγάλων αφηγήσεων!» αναλύει πως επανάσταση, έθνος, πρόοδος, ιδεολογίες που την εποχή του Μοντερνισμού έθεταν σε κίνηση τις συνειδήσεις, τώρα πλέον έχουν χάσει τη σαγήνη τους και έχουν φθάσει στο ναδίρ τους [3]. 

Η εξέλιξη αυτή, όπως περιγράφεται στον Lyotard, αποτελεί νομοτελειακή, αναπόφευκτη έκβαση της πορείας του Δυτικού πολιτισμού, όπως ίσως θα την έβλεπε κάποιος έξω από τον ορυμαγδό των παροντικών συγκρούσεων για κυριαρχία, ας πούμε ένας ιστορικός του μέλλοντος. 

Εκείνο, όμως, που διαφεύγει της παρατηρήσεως έξωθεν, είναι ότι στο παρόν δρουν συγκεκριμένες δυνάμεις που επιδιώκουν την αποσύνθεση των αξιών, με σχέδιο και πολεμική τακτική, εξωκοινωνικές δυνάμεις που ενίοτε ηττώνται σε κάποιες μάχες από τις δυνάμεις της κοινωνίας και του έθνους (π.χ. στον πόλεμο των σχολικών εγχειριδίων ιστορίας στην Ελλάδα του 2007, το υπουργείο Παιδείας αναγκάσθηκε, λόγω της δυναμικής αντίδρασης των πολιτών, να αποσύρει από τα σχολεία το αποδομητικό βιβλίο Ιστορίας έκτης δημοτικού της Ρεπούση. Παρόμοια τροπή είχε ο «πόλεμος των εγχειριδίων» και σε άλλες χώρες της Δύσεως). 

Το να θεωρεί κανείς εξ αποστάσεως ως «νομοτελειακές» εξελίξεις τα διακυβεύματα του παρόντος, ευνοεί μόνο την λιποταξία από την μάχη και την μοιρολατρία… Ενδιαφέρουσα παρατήρηση που έχει γίνει από πολλούς ερευνητές αφορά στη σύνδεση της μεταμοντέρνας ανάλυσης με την αρχαία ελληνική σοφιστική. Και εδώ και εκεί δεν υπάρχει απόλυτη, μόνο υποκειμενική αλήθεια. Η πειθώ δεν προέρχεται από την αλήθεια, αλλά από μια απατηλή συλλογιστική (subtly false reasoning). 

Για τον λόγο αυτό είναι αναγκαία η σύγκρουση με τους σύγχρονους «σοφιστές» με το όπλο της Λογικής, όπως ήδη παλιά έκαναν ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης. 

Το πρόβλημα, εν τούτοις, σήμερα είναι η διασύνδεση μεταμοντέρνας σοφιστικής και πολιτικής εξουσίας, η οποία δίνει στους σοφιστές – άνωθεν – το μεγάλο πλεονέκτημα να ορίζουν αυτοί τους όρους της συζήτησης (he who controls the terms controls the debate), συμπεριλαμβανομένων εκτός του ορισμού των εννοιών καθαυτών, του πού, ποιος, πώς, πότε και γιατί. 

Στα Νικομάχεια Ηθικά του, ο Αριστοτέλης αναπτύσσει μια θεωρία περί αρετής, η οποία μπορεί να παράξει χρήσιμα συμπεράσματα για έναν τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονοι σοφιστές επιτυγχάνουν, ανεπαισθήτως, μετατοπίσεις εννοιών κατά το δοκούν. 

Η αρετή, εξηγεί ο μέγας διδάσκαλος, είναι μεσότης μεταξύ δύο άκρων με αρνητικό πρόσημο· όμως ομοιάζει περισσότερο με το ένα άκρο. Παράδειγμα η γενναιοδωρία, ως αρετή, τοποθετείται ανάμεσα στην ασωτία (ή σπατάλη) αφενός, στην τσιγκουνιά αφετέρου. Ομοιάζει, όμως, περισσότερο ο γενναιόδωρος με τον σπάταλο παρά με τον τσιγκούνη. Η ανδρεία πάλι τοποθετείται ανάμεσα στον παράτολμο και τον δειλό. Ομοιάζει όμως περισσότερο ο ανδρείος με τον παράτολμο παρά με τον δειλό… 

Από την παρατήρηση αυτή προκύπτει, ότι αν κάποιος επιδιώκει να αμαυρώσει την αρετή ενός άλλου, για να γίνει ευκολότερα πιστευτός, θα μετατοπίσει την έννοια που εκφράζει την αρετή (γενναιοδωρία, γενναιότητα) προς την παρόμοια έννοια του ενός άκρου (ασωτία, αποκοτιά) οπόταν η διάκριση είναι δύσκολη, παρά προς την έννοια του άλλου άκρου (τσιγκουνιά, δειλία), όπου η διαφορά αρετής και κακίας είναι ευδιάκριτη για τον μέσο παρατηρητή. 

Ευκολότερα πιστεύεις ότι ο γενναίος είναι στην πραγματικότητα παράτολμος (ή θρασύς) παρά ότι είναι δειλός, πράγμα που αντίκειται ευθέως στην παρατήρηση. Ευκολότερα, για τον ίδιο λόγο, θα πιστέψεις ότι ο γενναιόδωρος είναι ενδεχομένως απλώς σπάταλος, παρά τσιγκούνης. 

Οι σοφιστές της αποδόμησης ηρώων του έθνους ή των μεγάλων επιτευγμάτων ενός λαού, γνωρίζουν πώς να μετατοπίζουν τις έννοιες της αρετής προς την κακία με τον άνωθι τρόπο. 

Στόχος τους είναι να εξαλείψουν υποδειγματικούς χαρακτήρες και δράσεις του παρελθόντος που προσφέρονται για μίμηση από τους νεότερους. Στόχος τους είναι να αμαυρώσουν (πάντα με την «κριτική» ιστορική έρευνα), τις εμβληματικές προσωπικότητες και ιστορικές στιγμές ιδεαλιστικής ολοκλήρωσης, οι οποίες λειτουργούν υποδειγματικά για την συνομάδοση ανθρώπων γύρω από ένα κοινό όραμα, μία υψηλή στοχοθεσία. 

Αυτό το ονομάζουν, πάλι με μία μετατόπιση εννοιών «εθνικισμό». Υλιστές, σκεπτικιστές και σχετικιστές όπως είναι, οι σύγχρονοι σοφιστές – αποδομητές, ενστικτωδώς επιδιώκουν την αναγωγή του Ανώτερου σε κατώτερα ένστικτα και ορμές (reductive method), της ζωντανής συλλογικότητας σε μάζα, της μάζας σε άτομα και των ατόμων σε ζώα. 

Μια εξαίρεση σ’ αυτή τη συμπεριφορά, φαινομενικά, υπάρχει όταν οι αποδομητές χρησιμοποιούν την αντίστροφη διαδικασία αναβάθμισης της κακίας σε αρετή, πράγμα εφικτό βάσει του μηχανισμού που περιγράψαμε (ο παράτολμος παριστάνεται ως γενναίος και ο άσωτος ως γενναιόδωρος). 

Αυτό γίνεται, προκειμένου να αναβαθμίσουν περιθωριακές συμπεριφορές και ομάδες, οι οποίες θα διεμβολίσουν τις ήδη αποδομημένες κυρίαρχες ομάδες και τον πολιτισμό τους. Πρόκειται για μία εργαλειακή, ή αλλιώς καθαρά τακτικιστική ανάδειξη της αρετής. Στην πραγματικότητα, δεν πιστεύουν στην αρετή, διότι αυτή είναι εκτός του ορίζοντά τους.

Τεχνητά, συλλογικά πολιτικά υποκείμενα νεοτέρας κοπής, π.χ. οι γυναίκες, όπως νοηματοδοτήθηκαν από τον φεμινισμό, ή οι ομόφυλοι, ή οι έγχρωμοι, ή οι μετανάστες, ακόμα το Ισλάμ στα δυτικά εδάφη, πιόνια των στρατηγικών σχεδιαστών της αποδόμησης, αποπειρώνται με λάβαρο την Πολιτική Ορθότητα, να αλλάξουν τη γλώσσα που δημιούργησε η «καταπιεστική» κοινωνία και να επιβάλλουν τη δική τους γλώσσα και πραγματικότητα! 

Για να το επιτύχουν αυτό, αναγκαίο είναι να πάρουν στα χέρια τους το μονοπώλιο της ερμηνείας των λέξεων και των εννοιών, δηλαδή την πολιτική εξουσία εκείνη που, διασφαλίζει ότι η δική τους ερμηνεία θα προβάλλεται και ακούγεται και υποχρεώνει, ενώ παράλληλα, κάθε αντίθετη ερμηνεία θα αποβάλλεται, αποσιωπάται και λοιδορείται…

Το μονοπώλιο της Ορθής Σκέψης και Αληθινής Πίστης – από την αρχαία εποχή της Περσίας του Ζωροάστρη, της Βαγδάτης του Κορανίου ή της Ανατολικής Ρώμης του Ορθόδοξου δόγματος, ή της Δυτικής Ρώμης του Πάπα, ή της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος – επεδίωκε να διασφαλίσει κάθε μονάρχης και ιερατείο δια του μονοπωλίου της ορθής ερμηνείας του δόγματος. 

Μόνον έτσι μπορούσε να αποκλεισθεί σε μεγάλο βαθμό το ενδεχόμενο να εμφανισθεί κάπου στο «βασίλειο» ένας τυχάρπαστος προφήτης, ο οποίος ισχυριζόμενος ότι είναι κάτοχος της αυθεντικής ερμηνείας των γραφών, θα ήταν σε θέση – αλίμονο – να αμφισβητήσει την κεντρική εξουσία και την ερμηνεία. Η κίνηση της μόνης «ορθής ερμηνείας» είναι κυκλική: διασφαλίζεται πρώτα από την εξουσία και αυτή με τη σειρά της, στη συνέχεια, στηρίζει την εξουσία. 

Άρα, τα «καταπιεσμένα» συλλογικά υποκείμενα νεοτέρας κοπής, οι κατασκευασμένες «μειονότητες», μπορούν να αποκτήσουν μονοπώλιο ορθής ερμηνείας των λέξεων, μόνον εάν πίσω τους έχουν τη δύναμη του κράτους. Όμως γιατί το κράτος να δώσει στις μειονότητες αυτές εξουσία, γιατί να θέσει στη διάθεσή τους τα ΜΜΕ, τα σχολεία, το δικαστικό σύστημα, την αστυνομία σκέψης και την αστυνομία άμεσης δράσης;

Οι μειονότητες έχουν στόχο την αποδόμηση της γλώσσας και του συνόλου πολιτισμού των πολιτών, ενώ το σύγχρονο κράτος είναι «δημοκρατικό», δηλαδή η εξουσία του προκύπτει από εκλογές που εκφράζουν πλειοψηφικά τη βούληση των πολιτών. 

Πώς λοιπόν πείθεται ή πειθαναγκάζεται το «δημοκρατικό» κράτος να συμμαχήσει με μειονότητες; Προφανώς, υπάρχει κάποια άλλη δύναμη πίσω από το κράτος, αόρατη δύναμη, η οποία ενάντια στη βούληση των πολιτών, ποδηγετεί το κράτος! 

Το συμπέρασμα αυτό διατηρεί την ισχύ του ακόμα και όταν η κοινή γνώμη (δηλαδή η δημοκρατία), φαίνεται να αγκαλιάζει τα αιτήματα των «μειονοτήτων», αφού προηγούμενα διαπιστώσαμε, ότι το κράτος προθυμοποιείται να χρησιμοποιήσει την ισχύ του για να ποδηγετήσει την κοινή γνώμη, κατά του ιδίου της συμφέροντος υπέρ των «μειονοτήτων» τις οποίες ανέλαβε να αναδείξει.  

[Δημοσιεύθηκε στο Τρίτο Μάτι τ. 221, Ιούνιος 2014]

 partizangr 

Συνεχίζεται…

Tags: Αποδόμηση, αρετή, Αριστοτέλης, εθνικισμός, μεταμοντέρνο, Νικομάχεια Ηθικά, πολιτισμός, σοφιστική