
Έχω ξαναπεί ότι στις δημοκρατίες της συμφοράς σαν τη δική μας, οι πολιτικοί έχουν όλες τις λύσεις στα προβλήματα της χώρας όταν είναι στην αντιπολίτευση και τις ξεχνάνε όταν είναι στην κυβέρνηση. Όταν αντιπολιτεύονται, βλέπουν με καθαρό μυαλό τι στραβό κάνει η κυβέρνηση, κι όταν έρχονται στην εξουσία κάνουν τα ίδια και χειρότερα απ’ αυτά που κατηγορούσαν τους προηγούμενους. Ένα περίεργο πράγμα μ’ αυτή τη “δημοκρατία” μας! Επειδή όμως εγώ δεν αμφισβητώ τις καλές προθέσεις του Υπουργού Οικονομικών, θα του θυμίσω απλά τι έλεγε τον Ιούλιο του 2009 σε άρθρο του που δημοσίευσε η Καθημερινή με τον τίτλο «Το “ράβε-ξήλωνε” των φόρων». Κι αυτό το κάνω για το καλό του και το καλό μας, διότι άνθρωπος είναι σαν όλους μας και μπορεί να έχει θολώσει το μυαλό του κάτω από την πίεση των περιστάσεων.
«Στο μέσο της μεγαλύτερης διεθνούς οικονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών, η πολιτική της κυβέρνησης καθιστά τη χώρα θλιβερή παραφωνία. Ενώ παντού υιοθετήθηκαν δημοσιονομικά πακέτα στήριξης για να τονωθεί η πραγματική οικονομία τους και να αντιμετωπιστεί η κρίση, στη χώρα μας όχι μόνο δεν υπήρξε τέτοιο πακέτο, αλλά η κυβέρνηση λαμβάνει συνεχώς μέτρα που αφαιρούν εισοδήματα και ως εκ τούτου επιτείνουν την κρίση. Από τις αρχές του 2008, πολύ πριν οποιαδήποτε επιρροή διεθνούς κρίσης, η κυβέρνηση είχε προβεί σε ένα μπαράζ μέτρων που πλήττουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Από την περσινή αύξηση του ΕΦΚ στα καύσιμα, έως την καθιέρωση του ΕΤΑΚ, από την αύξηση των Τελών Κυκλοφορίας το 2008 έως το πάγωμα των μισθών και συντάξεων, από την αύξηση της παρακράτησης φόρου έως την έκτακτη φορολογία εισοδήματος, την αύξηση των τελών στα κινητά, τη νέα αύξηση των ΕΦΚ και την πρόσφατη ανακοίνωση νέων (!) αυξήσεων στα τέλη κυκλοφορίας των ΙΧ, η χώρα ζει στην παραζάλη συνεχών φορολογικών μέτρων. Η έντασή τους θα αρκούσε από μόνη της για να θέσει την οικονομία σε κρίση.
Σε αντίθεση λοιπόν με τις άλλες χώρες, με απίστευτη προχειρότητα, η δική μας κυβέρνηση γίνεται
παραγωγός της κρίσης της πραγματικής οικονομίας, επιβεβαιώνοντας αυτό που επιμελώς προσπαθεί να κρύψει, ήτοι πως η φύση του Ελληνικού οικονομικού προβλήματος είναι διαφορετική και σχετίζεται κυρίως με την πρωτοφανή δημοσιονομική εκτροπή των προηγουμένων ετών.
Θύματα της πολιτικής αυτής είναι τα συνήθη υποζύγια, οι μισθωτοί, οι συνεπείς φορολογούμενοι, οι ασθενέστεροι και η μεσαία τάξη.
Μέσα στον καταιγισμό των μέτρων, υπάρχουν και μερικά -ελάχιστα- που θίγουν πιο εύπορες κοινωνικές ομάδες, όπως η έκτακτη φορολογία εισοδήματος, ο λεγόμενος “κεφαλικός φόρος”. Όμως δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε την προχειρότητα και τις αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν ακόμη και το εν λόγω μέτρο, αλλά και το λάθος μήνυμα που στέλνεται στην κοινωνία από μία “έκτακτη” εισφορά, αμφίβολης μάλιστα συνταγματικότητας, όταν δεν καταβάλλεται καμιά σοβαρή προσπάθεια σύλληψης και φορολόγησης του πραγματικού πλούτου που σήμερα διαφεύγει προκλητικά.(…) (…)»
Αυτά τα λίγα, και τα σχόλια δικά σας. Τα λόγια του κ. Παπακωνσταντίνου μου δίνουν, όμως, το δικαίωμα να διαμαρτυρηθώ έντονα για όσα κατηγορούσε τη ΝΔ και τα επαναλαμβάνει ο ίδιος στον υπερθετικό βαθμό. Δηλαδή
όταν η ΝΔ αφαιρούσε εισοδήματα επέτεινε την κρίση κι όταν αφαιρεί ο ίδιος πολύ περισσότερα από τα εισοδήματα την ανακουφίζει; Τα επίμαχα σημεία τα έχω υπογραμίσει.
Ξαναδιαβάστε τα παρακαλώ, μόνο μην τρελαθείτε. Η δικαιολογία βέβαια είναι γνωστή: τα πράγματα είναι χειρότερα φέτος. Όμως η ουσία δε διαφέρει. Το ερώτημα παραμένει: αν πέρυσι η μείωση των εισοδημάτων επιδείνωνε την κρίση, γιατί φέτος η μείωση θα τονώσει την οικονομία; Πότε μας κορόιδευε ο κ. Παπακωνσταντίνου; Πέρυσι ή φέτος; Πότε ήξερε τι έλεγε; Πέρυσι ή φέτος; Ωφελεί ή δεν ωφελεί την οικονομία η μείωση και το πάγωμα μισθών, πράγμα που μειώνει την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών;
Και πέρυσι τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα για τη χώρα, όμως ο λαϊκισμός της αντιπολίτευσης δε βοηθούσε στο συμμάζεμα των οικονομικών. Αυτός είναι ο λόγος που παραθέτω περασμένα και ξεχασμένα. Διότι αν υπήρχε κατανόηση και συνεργασία μεταξύ των κομμάτων δε θα φτάναμε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας.
Πολιτικό ήθος και υπευθυνότητα πουλάνε πουθενά ν’ αγοράσουμε όσο όσο;
Tags:
Γιώργος Παπακωνσταντίνου