“Θα γνωρίσετε την Αλήθεια και η Αλήθεια θα σας ελευθερώσει”. (Ιησούς Χριστός)
Ας δούμε πώς παρουσιάζουν οι 4 Ευαγγελιστές τα γεγονότα μετά την “Ανάσταση” και ας αντιπαραβάλλουμε τις αφηγήσεις αυτών.
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο:
«Ἀφοῦ δὲ ἐπέρασε τὸ σάββατον, περὶ τὰ χαράγματα τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἦλθε Μαρία ἡ Μαγδαληνή καὶ ἡ ἄλλη Μαρία, διὰ νὰ θεωρήσωσι τὸν τάφον.
Καὶ ἰδοὺ ἔγεινε σεισμὸς μέγας· διότι ἄγγελος Κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ ἦλθε καὶ ἀπεκύλισε τὸν λίθον ἀπὸ τῆς θύρας καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ. Ἦτο δὲ ἡ ὄψις αὐτοῦ ὡς ἀστραπή καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡς χιών. Καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου αὐτοῦ ἐταράχθησαν οἱ φύλακες καὶ ἔγειναν ὡς νεκροί.
Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἄγγελος εἶπε πρὸς τὰς γυναῖκας· Μή φοβεῖσθε σεῖς· διότι ἐξεύρω ὅτι Ἰησοῦν τὸν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε· δὲν εἶναι ἐδώ· διότι ἀνέστη, καθὼς εἶπεν. Ἔλθετε, ἴδετε τὸν τόπον ὅπου ἔκειτο ὁ Κύριος.Καὶ ὑπάγετε ταχέως καὶ εἴπατε πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ὅτι ἀνέστη ἐκ τῶν νεκρῶν, καὶ ἰδού, ὑπάγει πρότερον ὑμῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ θέλετε ἰδεῖ αὐτόν· ἰδού, σᾶς εἶπον.
Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχέως ἀπὸ τοῦ μνημείου μετὰ φόβου καὶ χαρᾶς μεγάλης ἔδραμον νὰ ἀπαγγείλωσι πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ. Ἐνῷ δὲ ἤρχοντο νὰ ἀπαγγείλωσι πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ, ἰδού, ὁ Ἰησοῦς ἀπήντησεν αὐτάς, λέγων· Χαίρετε. Καὶ ἐκεῖναι προσελθοῦσαι ἐπίασαν τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ προσεκύνησαν αὐτόν.Τότε λέγει πρὸς αὐτὰς ὁ Ἰησοῦς· Μή φοβεῖσθε· ὑπάγετε, ἀπαγγείλατε πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς μου, διὰ νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὴν Γαλιλαίαν· καὶ ἐκεῖ θέλουσι μὲ ἰδεῖ. Οἱ δὲ ἕνδεκα μαθηταὶ ὑπῆγον εἰς τὴν Γαλιλαίαν, εἰς τὸ ὄρος ὅπου παρήγγειλεν εἰς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς. Καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτόν, τινὲς δὲ ἐδίστασαν». (Κατά Ματθαίον 28: 1-20)
Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Ματθαίο, την αναγγελία της ανάστασης την έκανε άγγελος εξ ουρανού. Ο σωματικά “αναστημένος” Ιησούς παρουσιάστηκε πρώτα στη Μαρία τη Μαγδαληνή και την άλλη Μαρία. Ποια ήταν η “άλλη” Μαρία; Γιατί δεν αναφέρεται το όνομά της; Αν ήταν η Μητέρα του Ιησού, γιατί δεν το έγραψαν; Ήταν πιο σημαντικό πρόσωπο η Μαρία η Μαγδαληνή από τη Μητέρα του Ιησού; Μάλιστα οι γυναίκες αυτές είχαν πάει για να δουν (“θεωρήσουν”) τον τάφο.
Στη συνέχεια, ο σωματικά “αναστημένος” Ιησούς τις απάντησε και τις έστειλε να απαγγείλουν το χαρμόσυνο νέο της “ανάστασής” του στους μαθητές του, τους οποίους αποκάλεσε “αδελφούς“. Όταν παρουσιάστηκε στους μαθητές-αδελφούς του, κάποιοι τον προσκύνησαν και κάποιοι δίστασαν. Γιατί άραγε; Δεν έμοιαζε το σώμα του Χριστού μ’ εκείνο που είχε προ της σταύρωσης; Πώς δεν τον αναγνώρισαν, όταν μάλιστα είχαν ειδοποιηθεί από τις δύο Μαρίες ότι αναστήθηκε, όπως είχε προείπει;
Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο:
«Καὶ ἀφοῦ ἐπέρασε τὸ σάββατον, Μαρία ἡ Μαγδαληνή καὶ Μαρία ἡ μήτηρ τοῦ Ἰακώβου καὶ ἡ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα, διὰ νὰ ἔλθωσι καὶ ἀλείψωσιν αὐτόν.
Καὶ πολλὰ πρωΐ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἔρχονται εἰς τὸ μνημεῖον, ὅτε ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος.Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· Τίς θέλει ἀποκυλίσει εἰς ἡμᾶς τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου;Καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ὁ λίθος ἦτο ἀποκεκυλισμένος· διότι ἦτο μέγας σφόδρα.Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον εἰς τὰ δεξιά, ἐνδεδυμένον στολήν λευκήν, καὶ ἐτρόμαξαν.Ὁ δὲ λέγει πρὸς αὐτάς· Μή τρομάζετε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἀνέστη, δὲν εἶναι ἐδώ· ἰδοὺ ὁ τόπος, ὅπου ἔθεσαν αὐτόν.Ἀλλ᾿ ὑπάγετε, εἴπατε πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ πρὸς τὸν Πέτρον ὅτι ὑπάγει πρότερον ὑμῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ θέλετε ἰδεῖ αὐτόν, καθὼς εἶπε πρὸς ἐσᾶς.Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχέως, ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ δὲν εἶπον οὐδὲν πρὸς οὐδένα· διότι ἐφοβοῦντο. Ἀφοῦ δὲ ἀνέστη τὸ πρωΐ τῆς πρώτης τῆς ἑβδομάδος, ἐφάνη πρῶτον εἰς τὴν Μαρίαν τὴν Μαγδαληνήν, ἐξ ἧς εἶχεν ἐκβάλει ἑπτὰ δαιμόνια.Ἐκείνη ὑπῆγε καὶ ἀπήγγειλε πρὸς ἐκείνους, οἵτινες εἶχον σταθῆ μετ᾿ αὐτοῦ, ἐνῷ ἐπένθουν καὶ ἔκλαιον.Καὶ ἐκεῖνοι, ἀκούσαντες ὅτι ζῇ καὶ ἐθεάθη ὑπ᾿ αὐτῆς, δὲν ἐπίστευσαν.Μετὰ δὲ ταῦτα ἐφανερώθη ἐν ἄλλῃ μορφῇ εἰς δύο ἐξ αὐτῶν, ἐνῷ περιεπάτουν καὶ ἐπορεύοντο εἰς τὸν ἀγρόν.Καὶ ἐκεῖνοι ὑπῆγαν καὶ ἀπήγγειλαν πρὸς τοὺς λοιπούς· ἀλλ᾿ οὐδὲ εἰς ἐκείνους ἐπίστευσαν.Ὕστερον ἐφάνη εἰς τοὺς ἕνδεκα, ἐνῷ ἐκάθηντο εἰς τὴν τράπεζαν, καὶ ωνείδισε τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν καὶ σκληροκαρδίαν, διότι δὲν ἐπίστευσαν εἰς τοὺς ἰδόντας αὐτὸν ἀναστάντα». (Κατά Μάρκον 16: 1-14).
Εδώ ο Ευαγγελιστής Μάρκος μας λέει ότι την αναγγελία για την ανάσταση του Ιησού την έκανε “νεανίσκος με λευκή στολή” και ότι ήταν τρεις οι γυναίκες που πήγαν στον τάφο για να αλείψουν το σώμα του Ιησού με αρώματα. Συνηθιζόταν άραγε τα χρόνια εκείνα να ξεθάβουν τους νεκρούς μετά τρεις μέρες για να τους αλείφουν με αρώματα; Ήταν άραγε οι τάφοι εκείνο τον καιρό ανοιγόμενοι για να μπορεί να μπαίνει ο καθένας και να περιποιείται τη σορό του αποθανόντος;
Ο Μάρκος μας λέει ότι η “άλλη” Μαρία ήταν η μητέρα του Ιακώβου. Ποιανού Ιακώβου; Ο Ιησούς φέρεται να είχε δύο μαθητές με το όνομα Ιάκωβος. Τον Ιάκωβο υιό του Ζεβεδαίου και αδελφό του Ιωάννη και τον Ιάκωβο υιό του Αλφαίου, τον επονομαζόμενο “Μικρό”. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για την μητέρα του Ιάκωβου του “Μικρού”, όπως διευκρινίζεται στο κεφάλαιο 15, εδάφιο 40 του ίδιου Ευαγγελιστή.
Πάντως, σύμφωνα με τα “Ορθόδοξα” πιστεύω, η “άλλη” Μαρία αποκλείεται να ήταν η “αειπάρθενος” μητέρα του Ιησού. Παρεμπιπτόντως, τα περισσότερα χριστιανικά δόγματα πιστεύουν ότι οι αναφερόμενοι ως αδελφοί του Ιησού, Ιάκωβος και Ιωσής, ήταν παιδιά του Ιωσήφ από πρώτο γάμο! Άσχετα τώρα αν στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (κεφ. 1: 25) διαβάζουμε ότι ο Ιωσήφ «δὲν ἐγνώριζεν αὐτήν, ἑωσοῦ ἐγέννησε τὸν υἱὸν αὑτῆς τὸν πρωτότοκον καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν», που σημαίνει ότι μετά τη γέννηση του πρωτότοκου υιού της την “εγνώρισε” και έκανε και άλλα παιδιά. (Κατά Ματθαίον 13: 55-56)
Η τρίτη γυναίκα μυροφόρος ήταν η Σαλώμη, που εικάζεται ότι είναι μητέρα των Αποστόλων Ιάκωβου και Ιωάννη, υιών του Ζεβεδαίου. (Κατά Ματθαίον 27: 56)
Στα ανωτέρω εδάφια ο Ευαγγελιστής Μάρκος μας λέει ότι ο σωματικά “αναστημένος” Ιησούς εφάνη πρώτα μόνο στη Μαρία τη Μαγδαληνή και όχι στις άλλες δύο μυροφόρες! Κατόπιν φανερώθηκε στους δύο που πορεύονταν εις τον αγρόν, και στη συνέχεια στους 11 μαθητές.
Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο:
«Ἠκολούθησαν δὲ καὶ γυναῖκες, αἵτινες εἶχον ἐλθεῖ μετ᾿ αὐτοῦ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας, καὶ εἶδον τὸ μνημεῖον καὶ πῶς ἐτέθη τὸ σῶμα αὐτοῦ. Καὶ ἀφοῦ ὑπέστρεψαν ἡτοίμασαν ἀρώματα καὶ μύρα. Καὶ τὸ μὲν σάββατον ἡσύχασαν κατὰ τὴν ἐντολήν». (Κατά Λουκά 23: 55-56)
«Τὴν δὲ πρώτην ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος, ἐνῷ ἦτο ὄρθρος βαθύς, ἦλθον εἰς τὸ μνῆμα φέρουσαι τὰ ὁποῖα ἡτοίμασαν ἀρώματα, καὶ ἄλλαι τινὲς μετ᾿ αὐτῶν. Εὗρον δὲ τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον ἀπὸ τοῦ μνημείου, καὶ εἰσελθοῦσαι δὲν εὗρον τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
Καὶ ἐνῷ ἦσαν ἐν ἀπορίᾳ περὶ τούτου, ἰδού, δύο ἄνδρες ἐστάθησαν ἔμπροσθεν αὐτῶν μὲ ἱμάτια ἀστράπτοντα. Καθὼς δὲ αὗται ἐφοβήθησαν καὶ ἔκλινον τὸ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν, εἶπον πρὸς αὐτάς· Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν; Δὲν εἶναι ἐδώ, ἀλλ᾿ ἀνέστη· ἐνθυμήθητε πὼς ἐλάλησε πρὸς ἐσᾶς, ἐνῷ ἦτο ἔτι ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, λέγων ὅτι πρέπει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου νὰ παραδοθῇ εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καὶ νὰ σταυρωθῇ καὶ τὴν τρίτην ἡμέραν νὰ ἀναστηθῇ. Καὶ ἐνεθυμήθησαν τοὺς λόγους αὐτοῦ.Καὶ ἀφοῦ ὑπέστρεψαν ἀπὸ τοῦ μνημείου, ἀπήγγειλαν ταῦτα πάντα πρὸς τοὺς ἕνδεκα καὶ πάντας τοὺς λοιπούς.Ἦσαν δὲ ἡ Μαγδαληνή Μαρία καὶ Ἰωάννα καὶ Μαρία ἡ μήτηρ τοῦ Ἰακώβου καὶ αἱ λοιπαὶ μετ᾿ αὐτῶν, αἵτινες ἔλεγον ταῦτα πρὸς τοὺς ἀποστόλους. Καὶ οἱ λόγοι αὐτῶν ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡς φλυαρία, καὶ δὲν ἐπίστευον εἰς αὐτάς. Ὁ δὲ Πέτρος σηκωθεὶς ἔδραμεν εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ σάβανα κείμενα μόνα, καὶ ἀνεχώρησε, θαυμάζων καθ᾿ ἑαυτὸν τὸ γεγονός.Καὶ ἰδού, δύο ἐξ αὐτῶν ἐπορεύοντο ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην ὀνομαζομένην Ἐμμαούς, ἀπέχουσαν ἑξήκοντα στάδια ἀπὸ Ἱερουσαλήμ. Καὶ αὐτοὶ ὡμίλουν πρὸς ἀλλήλους περὶ πάντων τῶν συμβεβηκότων τούτων. Καὶ ἐνῷ ὡμίλουν καὶ συνδιελέγοντο, πλησιάσας καὶ αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἐπορεύετο μετ᾿ αὐτῶν· ἀλλ᾿ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο διὰ νὰ μή γνωρίσωσιν αὐτόν. (…)Καὶ ἐπλησίασαν εἰς τὴν κώμην ὅπου ἐπορεύοντο, καὶ αὐτὸς προσεποιεῖτο ὅτι ὑπάγει μακρότερα· καὶ παρεβίασαν αὐτόν, λέγοντες· Μεῖνον μεθ᾿ ἡμῶν, διότι πλησιάζει ἡ ἑσπέρα καὶ ἔκλινεν ἡ ἡμέρα. Καὶ εἰσῆλθε διὰ νὰ μείνῃ μετ᾿ αὐτῶν. Καὶ ἀφοῦ ἐκάθησε μετ᾿ αὐτῶν εἰς τὴν τράπεζαν, λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε καὶ κόψας ἔδιδεν εἰς αὐτούς. Αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἐγνώρισαν αὐτόν. Καὶ αὐτὸς ἔγεινεν ἄφαντος ἀπ᾿ αὐτῶν.Καὶ εἶπον πρὸς ἀλλήλους· Δὲν ἐκαίετο ἐν ὑμῖν ἡ καρδία ἡμῶν, ὅτε ἐλάλει πρὸς ἡμᾶς καθ᾿ ὁδὸν καὶ μᾶς ἐξήγει τὰς γραφάς; Καὶ σηκωθέντες τῇ αὐτῇ ὥρᾳ ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ εὗρον συνηθροισμένους τοὺς ἕνδεκα καὶ τοὺς μετ᾿ αὐτῶν, οἵτινες ἔλεγον ὅτι ὄντως ἀνέστη ὁ Κύριος καὶ ἐφάνη εἰς τὸν Σίμωνα (Πέτρον). Καὶ αὐτοὶ διηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ὁδῷ καὶ πῶς ἐγνωρίσθη εἰς αὐτούς, ἐνῷ ἔκοπτε τὸν ἄρτον.Ἐνῷ δὲ ἐλάλουν ταῦτα, αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἐστάθη ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ λέγει πρὸς αὐτούς· Εἰρήνη ὑμῖν. Ἐκεῖνοι δὲ ἐκπλαγέντες καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι ἐνόμιζον ὅτι ἔβλεπον πνεῦμα. Καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· Διὰ τί εἶσθε τεταραγμένοι; καὶ διὰ τί ἀναβαίνουσιν εἰς τὰς καρδίας σας διαλογισμοί; ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγὼ εἶμαι· ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, διότι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα δὲν ἔχει, καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα. Καὶ τοῦτο εἰπών, ἔδειξεν εἰς αὐτοὺς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας. Ἐνῷ δὲ αὐτοὶ ἠπίστουν ἔτι ἀπὸ τῆς χαρᾶς καὶ ἐθαύμαζον, εἶπε πρὸς αὐτούς· Ἔχετέ τι φαγώσιμον ἐνταῦθα; Οἱ δὲ ἔδωκαν εἰς αὐτὸν μέρος ὀπτοῦ ἰχθύος καὶ ἀπὸ κηρήθραν μέλιτος. Καὶ λαβὼν ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν». (Κατά Λουκά 24: 1-16 , 28-43)
Εδώ ο Ευαγγελιστής Λουκάς δίνει μια διαφορετική εξιστόρηση των γεγονότων, όπου την ενημέρωση προς τις γυναίκες έκαναν δύο άνδρες με απαστράπτοντα ιμάτια. Ο Ιησούς δεν εμφανίστηκε στη Μαγδαληνή αλλά σε δύο “εξ αυτών” πορευόμενους προς Εμμαούς, οι οποίοι αρχικά δεν τον αναγνώρισαν, αλλά μόλις τον αναγνώρισαν έγινε άφαντος. Κατόπιν εμφανίστηκε στους 11 μαθητές κι εκείνοι νόμισαν ότι έβλεπαν πνεύμα. Οπότε ο σωματικά “αναστημένος” Ιησούς, που έμοιαζε με πνεύμα, έφαγε ψάρι για να τους πείσει ότι έχει υλικό σώμα.
Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο:
«Τὴν δὲ πρώτην τῆς ἑβδομάδος Μαρία ἡ Μαγδαληνή ἔρχεται εἰς τὸ μνημεῖον τὸ πρωΐ, ἐνῷ ἔτι ἦτο σκότος, καὶ βλέπει τὸν λίθον σηκωμένον ἐκ τοῦ μνημείου. Τρέχει λοιπὸν καὶ ἔρχεται πρὸς τὸν Σίμωνα Πέτρον καὶ πρὸς τὸν ἄλλον μαθητήν, τὸν ὁποῖον ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς, καὶ λέγει πρὸς αὐτούς· Ἐσήκωσαν τὸν Κύριον ἐκ τοῦ μνημείου, καὶ δὲν ἐξεύρομεν ποῦ ἔθεσαν αὐτόν.
Ἐξῆλθε λοιπὸν ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητής καὶ ἤρχοντο εἰς τὸ μνημεῖον. Ἔτρεχον δὲ οἱ δύο ὁμοῦ· καὶ ὁ ἄλλος μαθητής προέτρεξε ταχύτερον τοῦ Πέτρου καὶ ἦλθε πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει κείμενα τὰ σάβανα, δὲν εἰσῆλθεν ὅμως.Ἔρχεται λοιπὸν ὁ Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτόν, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ μνημεῖον καὶ θεωρεῖ τὰ σάβανα κείμενα, καὶ τὸ σουδάριον, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, κείμενον οὐχὶ ὁμοῦ μὲ τὰ σάβανα, ἀλλὰ χωριστὰ τετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον. Τότε λοιπὸν εἰσῆλθε καὶ ὁ ἄλλος μαθητής ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε καὶ ἐπίστευσε· διότι δὲν ἐννόουν ἔτι τὴν γραφήν ὅτι πρέπει αὐτὸς νὰ ἀναστηθῇ ἐκ νεκρῶν.Ἀνεχώρησαν λοιπὸν πάλιν εἰς τὰ ἴδια οἱ μαθηταί. Ἡ δὲ Μαρία ἵστατο πλησίον τοῦ μνημείου κλαίουσα ἔξω. Ἐνῷ λοιπὸν ἔκλαιεν, ἔκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον· καὶ βλέπει δύο ἀγγέλους μὲ λευκὰ ἱμάτια καθημένους, ἕνα πρὸς τὴν κεφαλήν καὶ ἕνα πρὸς τοὺς πόδας, ἐκεῖ ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Καὶ λέγουσι πρὸς αὐτήν ἐκεῖνοι· Γῦναι, τί κλαίεις; Λέγει πρὸς αὐτούς· Διότι ἐσήκωσαν τὸν Κύριόν μου, καὶ δὲν ἐξεύρω ποῦ ἔθεσαν αὐτόν.Καὶ ἀφοῦ εἶπε ταῦτα, ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἱστάμενον, καὶ δὲν ἤξευρεν ὅτι εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Λέγει πρὸς αὐτήν ὁ Ἰησοῦς· Γῦναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς; Ἐκείνη νομίζουσα ὅτι εἶναι ὁ κηπουρός, λέγει πρὸς αὐτόν· Κύριε, ἐὰν σὺ ἐσήκωσας αὐτόν, εἰπὲ μοι ποῦ ἔθεσας αὐτόν, καὶ ἐγὼ θέλω σηκώσει αὐτόν.Λέγει πρὸς αὐτήν ὁ Ἰησοῦς· Μαρία. Ἐκείνη στραφεῖσα λέγει πρὸς αὐτόν· Ῥαββουνί, τὸ ὁποῖον λέγεται, Διδάσκαλε. Λέγει πρὸς αὐτήν ὁ Ἰησοῦς· Μή μοῦ ἅπτου· διότι δὲν ἀνέβην ἔτι πρὸς τὸν Πατέρα μου. Ἀλλ᾿ ὕπαγε πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς μου καὶ εἰπὲ πρὸς αὐτούς· Ἀναβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου καὶ Πατέρα σας καὶ Θεὸν μου καὶ Θεὸν σας.Ἔρχεται Μαρία ἡ Μαγδαληνή καὶ ἀπαγγέλλει πρὸς τοὺς μαθητὰς ὅτι εἶδε τὸν Κύριον καὶ ὅτι εἶπε ταῦτα πρὸς αὐτήν. Τὸ ἑσπέρας λοιπὸν τῆς ἡμέρας ἐκείνης τῆς πρώτης τῆς ἑβδομάδος, ἐνῷ αἱ θύραι ἦσαν κεκλεισμέναι, ὅπου οἱ μαθηταὶ ἦσαν συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἐστάθη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει πρὸς αὐτούς· Εἰρήνη ὑμῖν. Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν εἰς αὐτοὺς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὑτοῦ. Ἐχάρησαν λοιπὸν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον. (…)Θωμᾶς δέ, εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, δὲν ἦτο μετ᾿ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς. Ἔλεγον λοιπὸν πρὸς αὐτὸν οἱ ἄλλοι μαθηταί· Εἴδομεν τὸν Κύριον. Ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτούς· Ἐὰν δὲν ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, δὲν θέλω πιστεύσει.Καὶ μεθ᾿ ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ᾿ αὐτῶν. Ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς, ἐνῷ αἱ θύραι ἦσαν κεκλεισμέναι, καὶ ἐστάθη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· Εἰρήνη ὑμῖν. Ἔπειτα λέγει πρὸς τὸν Θωμᾶν· Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ἐδὼ καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευρὰν μου, καὶ μή γίνου ἄπιστος ἀλλὰ πιστός. Καὶ ἀπεκρίθη ὁ Θωμᾶς καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεὸς μου». (Κατά Ιωάννην 20: 1-28)
Στην ως άνω αφήγηση του Ευαγγελιστή Ιωάννη έχουμε την Μαρία τη Μαγδαληνή να κλαίει πλησίον του άδειου μνημείου, και πριν προλάβουν να της μιλήσουν οι δύο άγγελοι με τα λευκά ιμάτια, της μίλησε ο αναστημένος Ιησούς που έμοιαζε με… κηπουρό! Όταν πρόφερε το όνομά της εκείνη πήγε να τον αγγίξει αλλά ο αναστημένος Ιησούς, που έμοιαζε με κηπουρό, της είπε μη με αγγίζεις διότι δεν ανέβηκα ακόμη στον Πατέρα. Της είπε μάλιστα να διαμηνύσει στους μαθητές του: “Αναβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα σας και Θεό μου και Θεό σας”.
Κατόπιν ο “αναστημένος” Ιησούς εμφανίστηκε στους μαθητές που ήταν συγκεντρωμένοι, ενώ ο Θωμάς έλειπε, και σε λίγες μέρες εμφανίστηκε ξανά όταν ήταν παρών και ο άπιστος Θωμάς στον οποίο είπε να βάλει το χέρι του στην πλευρά του για να πειστεί ότι ήταν ο ίδιος. Με άλλα λόγια, ενώ απαγόρεψε στη Μαρία τη Μαγδαληνή να τον αγγίξει διότι όπως είπε, δεν είχε ανεβεί ακόμη προς τον Πατέρα του, ζητάει από τον Θωμά να βάλει το δάχτυλο επί του τύπου των ήλων.
—————————
Συμπέρασμα: Σε αυτές τις σε πολλά σημεία διαφέρουσες αφηγήσεις των τεσσάρων Ευαγγελιστών για τις εμφανίσεις του Ιησού μετά τη σωματική του “ανάσταση”, η Αλήθεια για τη νοθεία των Ευαγγελίων είναι οφθαλμοφανής. Πόσοι όμως πιστοί ερευνούν τα πιστεύω τους ή αντέχουν την Αλήθεια;
Μπορεί όμως να οικοδομηθεί πραγματική πνευματική εξέλιξη του ανθρώπου όταν βασίζεται σε ψεύτικες παραδοχές; Ή μήπως η Αλήθεια χρειάζεται τα δεκανίκια του ψέματος για να γίνει αποδεκτή;
Εάν αυτός ο ηθικά διαβρωμένος πολιτισμός καταρρεύσει ολοκληρωτικά, και δυστυχώς προς τα εκεί πάει ολοταχώς, η πρωταρχική αιτία είναι το ότι θεμελιώθηκε σε ψεύδη. Και ποιος είναι ο πατέρας του ψεύδους, κατά τον προφήτη Ιησού; Ο Διάβολος, αυτός ο ανθρωποκτόνος…
