Τους θαυμάζω! Μιλάω για τους καλούς Αλβανούς, φυσικά. Πανέξυπνη ράτσα, ομολογουμένως! Η ανεργία μεταξύ των καλών Αλβανών είναι 0%! Τ’ ακούτε κλαψιάρηδες Νεοέλληνες; Εδώ και δεκαοκτώ χρόνια, από τότε δηλαδή που άνοιξαν τα σύνορα της Αλβανίας, εκατοντάδες χιλιάδες Αλβανοί, καλοί και κακοί μαζί, κατέκλεισαν τη χώρα μας. Νόμιμα ή παράνομα, δεν το εξετάζω, διότι αντικείμενο του άρθρου μου αυτού δεν είναι να κρίνω την ανύπαρκτη μεταναστευτική πολιτική των Ελληνικών Κυβερνήσεων και τις συνέπειές της. Στόχος μου είναι μέσα σε λίγες γραμμές να τονίσω εκείνο που θαυμάζω στους καλούς Αλβανούς, και κυρίως τη δυναμικότητά τους, την εργατικότητά τους, και την ικανότητά τους να μαθαίνουν τη γλώσσα μας στο άψε σβήσε!
Έφτασαν, λοιπόν, οι Αλβανοί στη χώρα μας πριν 10, 15, και 18 χρόνια με μόνη ‘περιουσία’ τα ρούχα που φορούσαν και την ατσάλινη ψυχή τους που ήταν αποφασισμένη να νικήσει τις αντιξοότητες της ζωής σε μια ξένη χώρα. Πολλοί κοιμήθηκαν σε παγκάκια της Αθήνας μέχρι να βρουν κάποια δουλίτσα για ένα κομμάτι ψωμί. Ήταν διατεθειμένοι να κάνουν οτιδήποτε: να πλένουν το αυτοκίνητο του αφεντικού, να καθαρίζουν κήπους από τα αγριόχορτα, να μαζεύουν ελιές ή πορτοκάλια στην επαρχία, να προσέχουν ηλικιωμένους και μικρά παιδιά, ή ν’ αρπάζουν ένα πινέλο που δεν είχαν ξαναπιάσει και να παριστάνουν τους μπογιατζήδες. Από γλώσσα, φυσικά, δε γνώριζαν ούτε λέξη. Μέσα σε τρεις έως έξι μήνες, και χωρίς να πάνε σχολείο, μιλούσαν Ελληνικά, και μέσα σε ένα χρόνο τα Ελληνικά τους ήταν καλύτερα από πολλών Ελλήνων. Η προφορά τους είναι τέλεια, και δεν καταλαβαίνει κανείς ότι είναι ξένοι, αν δεν έχουν έντονα Αλβανικά χαρακτηριστικά. Αργότερα έμαθα ότι με την ίδια ευκολία άρπαζαν τα Ιταλικά, τα Αγγλικά ή τα Γερμανικά, όταν μετανάστευαν σε χώρες που μιλούσαν αυτές τις γλώσσες. Καταπληκτικό! Αξιοθαύμαστο! Ίσως και μοναδικό.
Γι’ αυτούς τους εργατικούς Αλβανούς, δεν υπήρξε και δεν υπάρχει ανεργία. Πρώτα έφτασε ένας, μετά έφερε τον αδελφό, την αδελφή, τη σύζυγο, τα παιδιά του, κι εγκαταστάθηκαν πια μόνιμα στην Ελλάδα. Πολλοί άλλαξαν και τα ονόματά τους και αρκετοί βαφτίστηκαν, άλλο τώρα αν το έκαναν συνήθως για λόγους κοινωνικού συμφέροντος κι όχι επειδή πίστευαν στην Ορθοδοξία. Νοίκιασαν ένα δυαράκι κι έμεναν πέντε και έξι άτομα μαζί. Και μέσα στο συνωστισμό, και με ανοιχτή τη δορυφορική τηλεόραση για να μαθαίνουν τα νέα της πατρίδας, τα παιδιά τους κατάφερναν να μελετούν τα μαθήματά τους και να πρωτεύουν στο σχολείο. Θυμάστε τα επεισόδια με το ποιος θα κρατήσει τη σημαία στις παρελάσεις; Εξάλλου, οι Αλβανοί δε ζητούσαν να εξασφαλίσουν επίδομα για να κάνουν το τρίτο ή τέταρτο παιδί. Δεν τους απασχολούσε πώς θα τα μεγαλώσουν. Πίστευαν στα χέρια τους και στην ψυχή τους. Και έφτασαν πολύ ψηλά. Μακάρι να τους έχουμε παράδειγμα για μίμηση.
Στην επαρχία, που όλοι γνωρίζονται αναμεταξύ τους, σου διηγούνται για τις βίλες που έχουν χτίσει οι Αλβανοί με τα ίδια τους τα χέρια, σε οικόπεδα που αγόρασαν με τον ιδρώτα του προσώπου τους. Αφήστε το συνάλλαγμα που έχουν στείλει στην Αλβανία η οποία έχει γνωρίσει τρομερή ανοικοδόμηση την τελευταία δεκαετία. Τι να πρωτοπεί κανείς γι’ αυτή την πανέξυπνη ράτσα! Δουλεύουν ασταμάτητα από το πρωί μέχρι το βράδυ. Πιάνουν μια μόνιμη δουλειά και μετά συμπληρώνουν το εισόδημά τους με ό,τι βρεθεί. Στα βόρεια και νότια προάστια έχουν μαζέψει όλους τους κήπους και όλες τις σκάλες των πολυκατοικιών.
Στη γειτονιά μου γνωρίζω ένα ζευγάρι που ο σύζυγος το πρωί δουλεύει σε βενζινάδικο και το απόγευμα κάνει τον κηπουρό σε πέντε κήπους της περιοχής. Στις ίδιες πολυκατοικίες που έχουν τους κήπους η γυναίκα του έχει αναλάβει να καθαρίζει τις σκάλες. Πολύ εργατική και φιλότιμη γυναίκα. Πολλές φορές την έχω δει να καθαρίζει το σκουπιδοτενεκέ της πολυκατοικίας ή το πεζοδρόμιο χωρίς γάντια. «Δεν θέλω να μου κάνει κανείς παρατήρηση ότι δεν έκανα τη δουλειά μου σωστά», μου είπε μια φορά που άνοιξα συζήτηση μαζί της. «Τα πρωινά δουλεύω σε σπίτια που τα έχω δέκα χρόνια. Έχω κλειδιά και πηγαίνω όποτε θέλω, ακόμη κι αν δεν είναι εκεί η κυρία. Δεν με αλλάζουν με τίποτα, και μου κάνουν αυξήσεις χωρίς να τις ζητάω.» Η ίδια, μητέρα δύο παιδιών, φιλοξενούσε αγόγγυστα για δέκα χρόνια τον αδελφό του άντρα της στο σπίτι που είχαν νοικιάσει, ένα δυαράκι 42 τετραγωνικά. « Επειδή εργάζομαι πολλές ώρες, με κουράζει να συντηρώ ένα επί πλέον άτομο, αλλά δεν μπορώ να διανοηθώ να τον διώξω από το σπίτι. Αυτό θα στενοχωρούσε τον άνδρα μου», μου εξομολογήθηκε η καλή Αλβανίδα.
Ειλικρινά δεν μπόρεσα να μην συγκρίνω την περίπτωσή της με τις Ελληνικές οικογένειες που τέτοια φαινόμενα αγάπης και θυσίας σπανίζουν, για να μην πω είναι πια ανύπαρκτα. Το ζευγάρι αυτό μέσα σε δέκα χρόνια έχει βγάλει αρκετά χρήματα ώστε να κατέχει αυτοκίνητο ΒΜW, να έχει χτίσει μονοκατοικία στην Αλβανία, να στέλνει τα παιδιά του στα Αγγλικά και πιάνο, και να έχουν καταθέσεις πολλών χιλιάδων ευρώ στην Τράπεζα. Όπου νάναι θ’ αγοράσουν το σπίτι στο οποίο μένουν. Θα μου πείτε τα περισσότερα χρήματα που βγάζουν είναι αφορολόγητα. Όμως τι εμποδίζει του νέους της πατρίδας μας να κάνουν κι αυτοί τις ίδιες δουλειές που κάνουν οι φίλοι μας οι Αλβανοί; Μήπως η πολλή ευσυνειδησία για να μην κλέψουν την εφορία; Ας μην κοροϊδευόμαστε: τεμπελιά και εγωισμός είναι η αιτία κι όχι ενοχές ότι θα κερδίζουν μαύρα χρήματα.
Για τον καθαρισμό σπιτιών οι Αλβανίδες επέβαλαν τα 7 και 8 ευρώ την ώρα. Ένα εξάωρο 50 ευρώ και βάλε. Τις ζηλεύω. Αν ήμουνα νεώτερη θα πήγαινα κι εγώ να καθαρίσω σπίτια με τέτοια λεφτά! Από την άλλη, κλαψουρίζουμε για τη γενιά των 700 ευρώ, ενώ οι Ελληνίδες με μια δουλίτσα γραφείου το πρωί παραπονιούνται ότι δεν τις φτάνουν τα χρήματα. Κατά τ’ άλλα, περνούν τ’ απογεύματά τους στα κομμωτήρια, τα γυμναστήρια και τις καφετέριες. «Οι Ελληνίδες είναι τεμπέλες», μου είχε πει μια Ουκρανέζα οικιακή βοηθός, πριν δέκα χρόνια, και τότε μου είχε κακοφανεί. Όμως δεν είχε άδικο… Όσο για τα παλικάρια μας, τους νέους, κινούνται κι αυτοί στον αστερισμό της μεμψιμοιρίας, της τεμπελίτιδας, της ηττοπάθειας και της χασούρας. Γι αυτούς δεν υπάρχουν δουλειές, δεν υπάρχουν χρήματα για να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια, και οι δικαιολογίες καλά κρατούν.
Στις δύσκολες εποχές που περνάει η χώρα μας, θα ήταν πολύ χρήσιμο για τη νεολαία μας να μιμούνταν τους Αλβανούς στην εργατικότητα και την ταπεινότητα. Η εργασία, οποιαδήποτε εργασία όσο ταπεινή κι αν θεωρείται, δεν είναι ντροπή. Τώρα θα μου πείτε, αν οι Έλληνες αρχίσουν και παίρνουν τις δουλειές των Αλβανών, των Βουλγάρων και των λοιπών μεταναστών, αυτοί τι θα κάνουν; Πώς θα ζήσουν; Έλα ντε… Είναι κι αυτό ένα πρόβλημα… Υπάρχει και το ταμείο ανεργίας που δεν κάνει φυλετικές διακρίσεις. Υπάρχει και ο δρόμος της εθελούσιας επιστροφής στην πατρίδα τους. Αλλά αυτό δεν φαίνεται πιθανό στο εγγύς μέλλον. Πιο πιθανή είναι η μετανάστευση Ελλήνων σ’ άλλη γη σ’ άλλα μέρη. Μόνο που τώρα δεν υπάρχουν επίγειοι παράδεισοι ούτε στην Αμερική, ούτε στην Ευρώπη. Ας αρχίσουν λοιπόν οι νέοι μας να μαθαίνουν τέχνες αντί να μαζεύουν πτυχία χωρίς αντίκρισμα. Ας γίνουν υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, μαραγκοί, χτίστες, κηπουροί, κλπ. Όλα τα επαγγέλματα είναι ευλογημένα, κι όλα στηρίζουν τον κοινωνικό ιστό. Άλλωστε, δεν υπάρχει κοινωνία που θα μπορούσε ν’ απορροφήσει τόσους πτυχιούχους όσους παράγει η Ελλάδα, όσο ευημερούσα κι αν ήταν.