Ο Δούρειος Ίππος της Κεραμέως
Του Δημήτρη Καμπουράκη
Το Σαββατοκύριακο είχα καλεσμένη στην τηλεοπτική μου εκπομπή την υπουργό παιδείας για το καινούριο της νομοσχέδιο. Μετά το τέλος της συζήτησης έριξα μια ματιά στα μηνύματα του τηλεοπτικού κοινού. Ήταν ασυνήθιστα πολλά – 400 σχεδόν – και είχαν μια οξύτητα που με άφησε κατάπληκτο. Πάνω από τα μισά ήταν γραμμένα από εκπαιδευτικούς. Οι ίδιοι επεσήμαιναν την επαγγελματική τους ταυτότητα, προφανώς για να υποδηλώσουν την βιωματική τους σχέση με την παιδεία άρα και την βαθιά τους γνώση στο αντικείμενο.
Ελάχιστα ήταν τα μηνύματα για τα κολέγια και την αναγνώριση των πτυχίων τους. Προφανώς όλοι ξέρουν την πραγματικότητα και αρνούνται να κρυφτούν πίσω από το δάκτυλο τους. Η βιαιότητα των αντιρρήσεων και των αντιδράσεων ήταν πρωτίστως επικεντρωμένη (κατά 90%) στο θέμα της χρηματοδότησης των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων μετά από αξιολόγηση. Είναι καθ’ ολοκληρίαν αντίθετοι μ’ αυτό το σύστημα που θεσπίζεται για πρώτη φορά. Όλα τα υπόλοιπα τα λένε για ξεκάρφωμα, αλλά εννιά στους δέκα στην αξιολόγηση καταλήγουν.
Αυτό το 80% των χρημάτων να δίνεται με αντικειμενικά κριτήρια και το υπόλοιπο 20% μετά από αξιολόγηση, τους κάθεται στο στομάχι. Όχι μόνο στους καθηγητές ΑΕΙ-ΤΕΙ (που στο κάτω-κάτω τους αφορά άμεσα) αλλά στο σύνολο του εκπαιδευτικού προσωπικού της δημόσιας παιδείας μας. Το τι έγραφαν δάσκαλοι και καθηγητές γυμνασίων-λυκείων (κατά δήλωση τους) εναντίον της κ. Κεραμέως δεν περιγράφεται.
Ομολογώ ότι αναρωτήθηκα γιατί ένας δάσκαλος δημοτικού στην Καβάλα ή ένας καθηγητής φυσικής σε γυμνάσιο του Λασιθίου αντιδρά με τόσο μένος για το γεγονός ότι το Οικονομικό πανεπιστήμιο Αθηνών θα λάβει το 20% της χρηματοδότησης του μετά από αξιολόγηση του έργου του. Τι τους νοιάζει; Θα μου πείτε ότι είναι μέλη της μεγάλης εκπαιδευτικής οικογένειας της χώρας, οπότε έχουν και ενδιαφέρον και άποψη. Μακάρι να ήταν αυτό…
Πέρα του κομματικού-πολιτικού μένους που ήταν διακριτό στα «επιχειρήματα» των περισσοτέρων που μπήκαν στον κόπο να στείλουν μήνυμα, ακόμα πιο διακριτό ήταν κάτι χειρότερο: ο φόβος. Θεωρούν ότι αυτό το 20% των χρημάτων που θα δίνεται μετά από αξιολόγηση κάθε πανεπιστημιακού ιδρύματος, είναι ο Δούρειος Ίππος της Κεραμέως μέσα από τον οποίον θα καθιερωθεί η αξιολόγηση σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.
Λένε: αν σήμερα αρχίσουν να αξιολογούνται τα πανεπιστήμια, αυτό αύριο θα επεκταθεί στα λύκεια, στα γυμνάσια, στα δημοτικά και στα νηπιαγωγεία. Κι από την στιγμή που θ’ αρχίσουν να αξιολογούνται εκπαιδευτικά ιδρύματα, είναι ζήτημα χρόνου να έρθει και η σειρά των διδασκόντων σ’ αυτά να αξιολογηθούν. Το βλέπουν να έρχεται, οπότε βγάζουν νύχια και ορμούν σαν μανιασμένες γάτες που τους πειράζουν τα μικρά τους. Στο νομοσχέδιο της Κεραμέως βλέπουν το μικρό φιδάκι που εισχωρεί ύπουλα στην σοφίτα του σπιτιού τους και (αν δεν το σκοτώσουν τώρα που είναι μικρό) σε λίγο θα φάει όλους τους ενοίκους, ανεξαρτήτως του πατώματος που κατοικούν.
Θα ρωτήσετε: μα είναι δυνατόν να προτιμούν την απόλυτη εξουσία του υπουργού πάνω στα κονδύλια, παρά αυτά να μοιράζονται με το 80%-20% δίχως καμία παρέμβασή του; Ναι, το προτιμούν δυστυχώς. Καθότι ως καθηγητικό σώμα όλων των βαθμίδων έχουν μακροπρόθεσμη εμπιστοσύνη στην ικανότητα τους στις πελατειακές σχέσεις με το πολιτικό σύστημα. Αλλά όχι μόνο. Υπάρχει και κάτι ακόμα… (Συνεχίζεται).
πηγή
Η συνέχεια: Καθηγητοδάσκαλοι (2)
Οι εκπαιδευτικοί, όπως και όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, θεωρητικώς είναι υπέρ του θεσμού της αξιολόγησης. Εξάλλου οι ίδιοι αξιολογούν καθημερινά την πρόοδο των μαθητών και φοιτητών τους; Είναι όμως εναντίον κάθε συγκεκριμένου συστήματος αξιολόγησης που τους προτείνεται. Πάντα θέλουν κάτι άλλο, κάτι καλύτερο, κάτι διαφορετικό, πάντως προς Θεού όχι αυτό που νομοθετεί η εκάστοτε κυβέρνηση. Οπότε έχουν και τον σκύλο χορτάτο και την πίτα ολόκληρη.
Τώρα τα ‘χουν βάλει με την Κεραμέως, επειδή βάζει ένα 20% της χρηματοδότησης των ΑΕΙ να δίνεται μετά από αξιολόγηση της απόδοσης τους. Όπως έγραψα χθες, έχουν γίνει έξαλλοι με την πρόταση αυτή, παρά το γεγονός ότι τους βγάζει από την ταπεινωτική θέση να ζητιανεύουν κάθε χρόνο τα κονδύλια που τους χρειάζονται από τον υπουργό παιδείας που με τον σημερινό νόμο ως γενικός δερβέναγας αν θέλει τα δίνει και αν δεν θέλει δεν τα δίνει.
Δίπλα στους καθηγητές ΑΕΙ-ΤΕΙ μάλιστα συντάσσονται οι καθηγητές λυκείων και γυμνασίων, οι δάσκαλοι και όλοι όσοι εμπλέκονται με την διδασκαλία στην δημόσια παιδεία μας. Φοβούνται πως αν σήμερα καθιερωθεί η αξιολόγηση των ΑΕΙ αύριο θα ‘ρθει και η σειρά των δικών τους σχολικών μονάδων, οπότε είναι πια μονόδρομος και η ουσιαστική αξιολόγηση των ίδιων των εκπαιδευτικών.
Δεν είναι δυνατόν να αντιδρούν όλοι, θα πείτε. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες προφανώς, κάποιοι που δεν κάνουν επαρκώς την δουλειά τους επίσης, αλλά το κυρίως σώμα των εκπαιδευτικών δεν είναι λογικό να αντιδρά τόσο έντονα. Λυπάμαι που απαντώ αρνητικά, αλλά σ’ αυτό το θέμα το μέτωπο των εκπαιδευτικών είναι συμπαγές. Σχεδόν όλοι διαφωνούν με κάθε ιδέα και σύστημα αξιολόγησης τους, ενώ οι ελάχιστοι που διάκεινται θετικά (και το δεν το κρατούν κρυφό βαθιά μέσα τους) είναι δακτυλοδεικτούμενοι και απομονωμένοι από τους συναδέλφους τους. Αυτή είναι η πικρή αλήθεια, την οποία γνωρίζουν πολύ καλά όσοι μπαινοβγαίνουν σε σχολεία και πανεπιστήμια.
Γιατί όμως; Ας το σκεφτούμε λίγο περισσότερο; Διότι στα μάτια ενός κανονικού λογικού ανθρώπου, αυτό μοιάζει παράλογο. Η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών είναι επαρκέστατοι στην δουλειά τους. Πολλοί είναι πραγματικά άριστοι, κάποιοι άλλοι είναι τυπικά εντάξει με τις υποχρεώσεις τους, κάποιοι λίγοι μπορεί να έχουν ελλείψεις ή προβληματάκια, αλλά πόσοι –διάολε- είναι οι πραγματικά άχρηστοι που φοβούνται ότι μια σοβαρή αξιολόγηση θα τους ξεμπροστιάσει και ίσως θέσει σε κίνδυνο την καταβολή του μισθού τους; (Αυτό κανένας δεν το λέει, ακόμα και για τους αχρηστότερους των αχρήστων, όμως είναι το μόνιμο επιχείρημα.)
Προσωπικά πιστεύω ότι οι τελείως ανίκανοι ή ακατάλληλοι είναι ελαχισότατοι και γνωστοί στους συναδέλφους τους, ώστε να επηρεάζουν σε τόσο καθοριστικό βαθμό όλο το καθηγητικό σώμα. Τα αίτια είναι βαθύτερα. Δυστυχώς, το σώμα των Ελλήνων εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων, από ένα φωτισμένο και πρωτοπόρο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας που ήταν πριν δυο-τρεις δεκαετίες έχει σταδιακά μεταμορφωθεί σε μια συντηρητική μάζα ανθρώπων. Παρά το γεγονός ότι δουλεύουν με μια νεολαία που βρίσκεται μια δεκαετία (ίσως και δυο) μπροστά από την εποχή μας, αυτοί που διδάσκουν τα παιδιά μας υποχωρούν συνεχώς προς το παρελθόν σε αντιλήψεις και πρακτικές.
Δεν ξέρω αν είναι η σταδιακή υπερίσχυση του δημοσιοϋπαλληλικού έναντι του λειτουργήματος, η λειψή παιδεία των ίδιων των καθηγητοδασκάλων, ή η χρόνια εργασία τους μακριά από κάθε κίνητρο για τους καλούς και κάθε επίπτωση για τους κακούς. Ίσως να είναι επίσης η καριέρα τους σ’ έναν εργασιακό χώρο δίχως κανέναν επαγγελματικό ανταγωνισμό (αλλά με πολλούς πολιτικο-κομματικούς ανταγωνισμούς), ή η κάκιστη μισθοδοσία τους (να τα λέμε κι αυτά) που τους οδηγεί σε δεύτερο απογευματινό γύρο λάθρας εργασίας. Υποθέτω πως είναι ένας συνδυασμός όλων αυτών, πάντως το σώμα των Ελλήνων διδασκόντων έχει χάσει πια κάθε διάθεση να πιάσει τον ταύρο από τα κέρατα.
Έχει φανερή δυσανεξία στην προσαρμογή, στην δια βίου μάθησή του, στην ανάληψη προσωπικής και συλλογικής επαγγελματικής ευθύνης.
Είναι ένα συντηρητικότατο σώμα που σιχαίνεται τις αλλαγές, είναι φοβικό στους νεωτερισμούς και αρνητικό σε οποιαδήποτε αλλαγή status, γι αυτό υπερασπίζεται με νύχια και με δόντια τα παλαιά θέσμια μέσα στα οποία νιώθει ασφαλές και βολεμένο, παρά την κακοπληρωσιά και συχνά την κακομοιριά του.
Η σχέση του σώματος αυτού με τον πολιτικό του προϊστάμενο υπουργό παιδείας διυλίζεται μέσα απ’ αυτό το καίριο ζήτημα. Αν ο υπουργός διατηρεί το παλαιό status είναι συνομιλητής του, αν το διαταράσσει είναι συλλήβδην εχθρός του.
Για να εξηγούμαστε. Το “συντηρητικός”’ δεν είναι μομφή, είναι απλώς μια διαπίστωση.
Σ’ αυτή την κοινωνία χρειάζονται και οι συντηρητικοί, απλώς να ξεκαθαρίζουμε ποιος είναι τι, ώστε να ξέρουμε και με ποιες κοινωνικές δυνάμεις θα συμμαχήσει. Μ’ αυτές που ζητούν να πατήσει γκάζι η χώρα προς το μέλλον ή μ’ αυτές που πατάνε φρένο. Μ’ αυτές που ανοίγουν πανιά ή μ’ αυτές που ρίχνουν άγκυρες…
πηγή
